Σελίδες

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Πολλοὶ επαίνεσαν κι ανέβασαν ψηλὰ στὸ βάθρο της λογοτεχνίας τον Παλαμά. Είχε όμως και τους αρνητές του.


Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς


Ἀπόσπασμα εἰσηγήσεως ποῦ ἐκφωνήθηκε στὴν ἐκδήλωση τῆς Ι. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὸ ἔτος «ΠΑΛΑΜΑ» (29 Ὀκτωβρίου 2003).
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΟΙΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ (ΝΥΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ) κ.ΑΝΘΙΜΟΥ

Ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν ποίηση τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ

Πρὶν ἀπὸ 144 χρόνια, τὸ 1859, δηλαδή, στὴν πόλη τῆς Πάτρας στὸν ἤρωϊκο Μωρηά, γεννήθηκε ἕνα ὁλόλαμπρο ἄστρο τοῦ ἑλληνικοῦ πνευματικοῦ οὐρανοῦ, ποῦ διέδραμε τὴν τροχιὰ τοῦ ἐπὶ ὀγδόντα τέσσαρα χρόνια καὶ παρέδωκε τὴν αἰώνια ὕπαρξή του στὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Δικαιοκρίτου Θεοϋ. "Ἦταν ὃ Κωστὴς Παλαμᾶς, τοῦ Μιχαὴλ καὶ τῆς Πηνελόπης. Ὃ μεγαλοφυὴς καὶ μεγαλόπνοος Ἕλληνας ποιητής, ὃ κορυφαῖος της λογοτεχνίας καὶ τῶν πνευματικῶν ἀναζητήσεων, ὃ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων, τῶν ὀνείρων καὶ τῆς σκέψεως.
Γλυκόσυρτο τὸ κλαυθμύρισμα τοῦ ἄσημου βρέφους στὴ σειρὰ τῶν γόνων τῆς οἰκογενείας τῶν Παλαμάδων, ἔδινε τὴν ἐλπίδα γιὰ ζωὴ καὶ δράση. Βουβὸ τὸ κλάμμα τοῦ λάου στὴ νεκρικὴ πομπὴ τῆς σκλαβωμένης πρωτεύουσας τῶν Ἑλλήνων, ὅταν συνόδευε τὸν γίγαντα τοῦ πιὰ στὴν τελευταία ἐπὶ γὴς κατοικία του. "Ἄφωνοι οἳ κατακτητὲς Γερμανοὶ ἄκουσαν τοὺς Ἕλληνες νὰ ψάλλουν τὸν Ἐθνικό τους Ὕμνο. Ὃ Κωστὴς Παλαμᾶς ἐναποτέθηκε στὴ γῆ «ἐξ ἢς ἐλήφθη» τὸ 1943.

Καταξιωμένος λογοτέχνης ὃ Παλαμᾶς, ἀστείρευτο ποτάμι ποιητικοῦ λόγου, μὲ ὅπλο τὴν πλήρη γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καθαρεύουσας καὶ δημοτικῆς, ἐντυπωσιακός, λυρικός, συναισθηματικός, λογικός, πατριδολάτρης, φυσιολάτρης, κοινωνικὸς καὶ φιλάνθρωπος, κατέστη ἀντικείμενο μελέτης καὶ κριτικῆς στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό, τόσο ὥστε ἢ σχετικὴ βιβλιογραφία νὰ εἶναι πλουσιότατη. Κατὰ τὴν δημοσιογραφικὴ σταδιοδρομία τοῦ ὃ Παλαμᾶς δημιούργησε καὶ καλλιέργησε ἰδιαιτέρως τὸ φιλολογικὸ χρονογράφημα. Ἦταν δημοτικιστὴς καὶ ὑπῆρξε συνεργάτης τοῦ Ψυχάρη γιὰ τὴν ...ἐπικράτηση τῆς δημοτικῆς.
Σταθμοὶ τῆς ζωῆς τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ ἤσαν οἳ ἑξῆς: Τὸ 1888 ἔνυμφευθη τὴν Μαρία Βάλβη, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τὰ τρία παιδιά τους, τὸν Λέανδρο, τὴν Ναυσικᾶ καὶ τὸν "Ἀλκή. Τὸ 1897 διορίστηκε γενικὸς γραμματέας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἔλαβε πρῶτος μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε τὸ "Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν. Διορίστηκε ἐκ τῶν πρώτων μέλος τῆς "Ἀκαδημίας "Ἀθηνῶν, καὶ τὸ 1930 ἐξελέγη καὶ πρόεδρός της. Πρῶτος σταθμὸς τῆς ποιητικῆς δημιουργίας του, ἢ πρώτη συλλογὴ τοῦ «Τὰ τραγούδια τῆς πατρίδος μου», ποῦ ἐξεδόθη τὸ 1886. Δὲν μᾶς διαφεύγει τῆς προσοχῆς ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ καλύψουμε, ἔστω καὶ προλογικῶς, τὶς βασικὲς γραμμὲς τῆς ποιητικῆς δημιουργίας καὶ τοῦ συνολικοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου του. θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ ὅμως νὰ παραθέσω ἐλάχιστα στοιχεῖα ἀπὸ γνῶμες εἰδικῶν καὶ εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἰσέλθω στὸ κυρίως θέμα περὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν ποίηση τοῦ Παλαμᾶ.
Πολλοὶ επαίνεσαν κι ανέβασαν ψηλὰ στὸ βάθρο τῆς λογοτεχνίας τὸν Παλαμά. Είχε ὅμως καὶ τοὺς αρνητές του. Ἀνάμεσα σ'αὐτοὺς ἕνας σπουδαῖος φιλόλογος καὶ κριτικός της Λογοτεχνίας, ὃ καθηγητὴς τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας ἀτὸ Πανεπιστήμιο τῆς θεσσαλονίκης Γιάννης Ἀποστολάκης. Ό Γ. Ά., μὲ μία συνταρακτικὴ καὶ συναρπαστικὴ μελέτη τοῦ 327 σελίδων ὑπότιτλο «Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ», ποῦ δημοσιεύτηκε τὸ 1923
( καὶ ἀναδημοσιεύτηκε ἀργότερα, ἐτάραζε τὰ νερὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ τόπου μας,ἔθεσε ὑπὸ σκληρὴ δοκιμασία τὸν Παλαμά, καὶ ἀνεκήρυξε τὸν ἐθνικὸ ποιητὴ μᾶς Διονύσιο Σολωμὸ μοναδικὸ μέτρο γιὰ νὰ μετρᾶται ἢ ἀξία τῶν Ἑλλήνων ποιητῶν.
Ἡ ἄποψή μου εἶναι ὅτι, ἐὰν ὃ Παλαμᾶς εἶναι ὄντως ὅπως ἔγραψαν πολλοί, ἄλλοτε πανθεϊστὴς καὶ ἄλλοτε ἄθεος, τότε ἢ, ἀμφισβήτηση ἀπὸ τὸν Ἀποστολάκη τῆς ποιητικῆς ἀξίας του Παλαμὰ ὀφείλεται ὄχι μόνο σὲ κριτήρια λογοτεχνικά, ἀλλὰ καὶ σὲ σύγκρουση κοσμοθεωριακὴς ὑφῆς. Δὲν γνωρίζω σὲ λεπτομέρειες τὴν θρησκευτικότητα τοῦ Ἀποστολάκη, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ''Ποίηση στὴ ζωὴ μὰ'' ἀνέρχεται τὸ εὐφρόσυνο θυμίαμα τοῦ σεβασμοϋ τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὶς ὅποιες πρώτη, γιὰ τοὺς Χριστιανούς, εἶναι ἢ πίστη.
Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι ὃ Κωστὴς Παλαμᾶς, ὅταν κατέγραψε ποιήματά του γιὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε μέσα τοῦ λαχτάρα γιὰ νὰ ἐναποθέσει κάπου τὴν  ψυχή του καὶ τοὺς ἰσχυροὺς κραδασμούς της.Στὸν Παλαμὰ δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς «ἑνιαίαν καὶ συνεπῆ πάντοτε πρὸς ὤρισμενας ἀρχὰς κοσμοθεωρίαν καὶ φιλοσοφικὴ περὶ τοῦ παντὸς ἀκλόνητον ἀντίληψιν» σημειώνει ὃ καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Δημήτριος Μπαλάνος.
Στὴν παιδική του ἡλικία ὃ Παλαμᾶς ἔσυχναζε τακτικὰ στὴν ἐκκλησία καὶ μετεῖχε ἐνεργῶς στὰ τῆς λατρείας. Στὸ βιβλίο «Τὰ χρόνιά μου καὶ τὰ χαρτιά μου» περιγράφει τὴν «πασχαλινὴ ἐνθύμησή» του ἀπὸ τὴν πρώτη πρωινὴ ἀκολουθία τοῦ Πάσχα στὴν ὁποία ἔλαβε μέρος. Ἢ θρησκευτικότητα τοῦ ὅμως, γράφει ὃ Δήμ. Μπαλανος, «ἦτο μᾶλλον ἐξωτερική»; Στὴν πρώιμη ποιητικὴ ψυχὴ τοῦ ἔκαμε ἐντύπωση ἢ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας ἡ δὲ φιλακολουθία τοῦ ἦταν συνδυασμένη μὲ μία πρώιμη, παιδικὴ βεβαίως, ἐρωτικὴ τάση. Ἐκεῖ, στὴν ἐκκλησία, γύρισε τὰ μάτια τοῦ ψηλὰ στὸ γυναικωνίτη καὶ συνάντησε γιὰ πρώτη καὶ μονάδικη φορὰ τὴν Εὔανθουλα,
Στὰ ἐφηβικὰ καὶ νεανικὰ χρόνια δὲν στάθηκε ἀρνητικὸς ἀπέναντι στὴ χριστιανικὴ πίστη. Σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, τὸ 1878, ἔγραψε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα του ποιήματα ὑπὸ τὸν τίτλο «Πλάστη μου Χριστέ», γεμάτο ἀπὸ χριστιανικὴ κατάνυξη. Καὶ τὸ ἔτος 1879. στὸ ποίημα τοῦ «Προσευχή», τὴν ὁποία ἀπευθύνει πρὸς τὸν γλυκὸ Ἐσταυρωμένο, ἐΐναι φανερὴ ἢ σχέση πίστεως ἢ ἔστω ὁμολογίας μίας πίστεως στὸν Ἐσταυρωμένο.
Ἂς τὸ ἄκουσωμε γιὰ νὰ ἔχωμε ἄμεση αἴσθηση τοῦ ποιήματος.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ
"Ἀπάνου ἂπ' τὸ κρεββάτι μου βαθειὰ παρηγοριά μου, Καρφώνω τὴν εἰκόνα Σου, καὶ τώρα ἡ κάμαρά μου
Εἶναι καὶ μνῆμα θλιβερὸ καὶ χαρωπὴ ἐκκλησία-Σκοτάδι ἢ θλίψι μου σκορπᾶ καὶ λάμψιν ἢ θρησκεία.
Τὴ θλίψι δίωξε τὴν, κ' ἐδῶ Ἐσὺ μονάχα μένε, Γλυκέ μου Ἐσταυρωμένε!
Σκόρπα μὲ τὴν ἀθάνατη πνοή σου μακρυά μου
Τὰ ὄνειρα ποῦ μὲ πλανοῦν καὶ τρῶνε τὴν καρδία μου
Κι ἂν ἔρχεται καμμία φορᾶ νὰ μὲ φίλη κανένα,
Ἂς μὴ μὲ φέρνη σὲ παληὲς χαρές, σὲ περασμένα.
Μὲ Ῥπνον ἥσυχον σφίγχτα τὰ δύο μου μάτια δένε,
Γλυκέ μου Ἐσταυρωμένε!
Κάμε μὲ πάλι ν' ἀγαπῶ τὸν κάμπο, τ' ἀκρογιάλι Τὸν κόσμο, τὸν περίπατο, τῆς πλάσεως τὰ κάλλη,
Δυνάμωσε τὸ σῶμα μου, γιάτρεψε τὴν καρδιά μου,
Πάλι τραγούδια πρόσχαρα νὰ ρίχνω 'ς τὰ χαρτιά μου,
Παλληκαρίσια αἰσθήματα τὰ στήθη μου νὰ καῖνε,
Γλυκέ μου Ἐσταυρωμένε!
Ἀνάστησε τῆς νιότης μου τὸ ἀνθὸς ποῦ ἐμαράθη.
Κι ἂν ἢ Νεράιδα ἢ κακή, ἂν τύχη καὶ τὸ μάθη,
Κ' ἔρθη μ' ὁλοθερμὸ φιλὶ νὰ τὸ μαράνη πάλι,
Σβύσε, Θεέ μου, μάρανε τὰ δολερά της κάλλη,
"Η... δὸς τῆς σπλάγχν' ἀνθρώπινα ποῦ νὰ πονοῦν, νὰ κλαῖνε,
Γλυκέ μου Ἐσταυρωμένε!
Οἱ μεγάλες ἑορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης, ποῦ ἢ Ἐκκλησία μας τὶς ἑορτάζει μὲ μυσταγωγία, κατάνυξη καὶ λαμπρότητα, ἔδωσαν ἀφορμὲς στὴν ποιητικὴ ἔμπνευση τοῦ Παλαμᾶ. "Ἂς δοῦμε τὴν ἀναφορὰ τοῦ ποιητῆ στὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου.

ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ
"Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός!
καὶ τὸ κορμί μου γίνεται ναός,
δὲν εἶναι ὡς πρῶτα φάτνη ταπεινὴ
μέσα λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
τὸ μέτωπό μου λάμπει σὰν ἀστέρι...
Στὸ Θεὸ φανῆτε τώρα, ἦρθεν ἢ ὥρα,
ἀπὸ τὰ γνώστα μυστικὰ σᾶς μέρη,
Μάγοι, φέρτε στὸ Θεὸ τὰ πλούσια δῶρα.
Φέρτε μου, Μάγοι, θεία βουλὴ τὸ γράφει
τὴ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι
τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι!
Μυστήρια τέτοια ἀνθρώπου νοῦς δὲ βάνει!
Καὶ σεῖς, Θρόνοι πανάχραντοι, ἀγγελούδια, στὴν καρδιά μου στὴν κούνια τοῦ σκυμένα,
μὲ τῆς ἀθανασίας τὰ τραγούδια ὑμνολογεῖτε ἐσεῖς τὴ θεία τὴ γέννα.
Μέσα λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή.
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναὸς
ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός!
Ἀπὸ τὰ πρῶτα ὥριμα χρόνια του ἄρχισε νὰ κλονίζεται μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Μία σύγκρουση ἰσχυρὴ κυριαρχοῦσε στὴν ψυχή του. Ὃ Θεὸς τῆς ἀποκαλύψεως, μέσω τῆς Βίβλου, καὶ οἳ διάφοροι θεοί, μικροθεοὶ τῆς εἰδωλολατρείας ἂφ' ἑνός, ἢ ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ ἢ ἀνυπαρξία τῆς αἰωνίου ζωῆς γι' αὐτὸν ἂφ' ἑτέρου, γίνονται δύο ζεύγη ἀντιθέσεων στὴ σκέψη καὶ στὰ αἰσθήματα τοῦ ποιητοϋ. Ἐΐναι δὲ χαρακτηριστικό,ὅτι πολλὲς φορὲς φανερώνει ὃ ἴδιος πῶς μένει καὶ στὶς δύο αὐτὲς καταστάσεις, μὲ διέξοδο τοὺς στίχους, ποῦ τὸν λυτρώνουν ἀπὸ τὴν ἐξωτερίκευση αὐτού του προσωπικοῦ συγκρητισμοῦ. "Ἄλλοτε πάλι δείχνει ὅτι ὃ κοσμικὸς ἄνθρωπος, ὃ σαρκικὸς ἄνθρωπος, τὸν κρατᾶ μακριὰ ἀπὸ τὴν ὁμολογία τῆς ἀπολύτου πίστεως."Ἔτσι δὲν διστάζει νὰ ἀπευθύνεται συγχρόνως στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ θεότητα τῆς ἀδυναμίας του.
Ὢ ταίρι, ποῦ τὸ θρόνο σου τετράψυχο ἔχεις στήσει, ὢ Κύπρις,
ὢ Μεσσία!
Χαίρετε θλίψη καὶ χαρά, τρισάγιο ἐσὺ μεθύσι, τρισάγια ἐσὺ θυσία!
"Ὢ χαῖρε ποῦ τ'ἀνθρώπινο κορμὶ τὸ ἀποθεώνεις, οὐρανογεννημένη.
Χαῖρε κι ἐσὺ ποῦ τῆς ψυχῆς πατρίδα φανερώνεις, καινούργια,
ὀνειρεμένη! Ὢ χαῖρε ποῦ γεννήθηκες γιὰ μᾶς μὲ γελοῖο πλάνο στὸ μαγικό σου
στόμα, κ' ἐσὺ ποῦ πέθανες γιά μας καὶ στὸ Σταυρό σου ἐπάνω,
μ' ἀγάπης λόγια ἀκόμα.


Θεὰ στὴ γῆ κατέβασες τὸν οὐρανὸ μὲ χέρια φωτοπεριχυμένα. Θεὲ κι ἀνέβηκεν ἢ γῆ ψηλότερα ἂπ' τ' ἀστέρια, πιστεύοντας ἐσένα.
Στὴ σύγχυση αὐτὴ τοῦ ποιητοϋ, ποῦ ἐμᾶς μᾶς σκανδαλίζει, θὰ ἤθελα νὰ ἀντιπαρατάξω τρεῖς στροφὲς ἀπὸ τὴν «Ἀσάλευτη ζωή».
Ἁμαρτωλὸς καλογερεύω στ' Ἅγιονορος, μὲ καίει ὃ Σατανᾶς κι ἢ κόλαση μὲ τρώει, σὲ βαθὺ πλάνο ρέμα πνίγομαι ὁδοιπόρος, εἰν' ἢ ψνχὴ μὸν χαλασμὸς καὶ μοιρολόι.Τὸ Αἰγαῖο γαλάζιος θησαυρὸς ἁμαραγδοφόρος, ὃ οὐρανὸς καὶ ἢ γῆ σὰ Δάφνης καὶ σὰ Χλόη φυτρώνει τῆς ζωῆς λαχταριστὸς ὃ σπόρος, βυζαίνεται ἂπ' τῶν Ὄντων τὸ μελισσολόι τῶν "Ὅλων ὃ χυμός, 'νλυμπος, Πήλιο, Ὄσσα, πελάγου κάθε κόρφος, κάθε στεριᾶς γλώσσα, ἡ λιμνοφάνταστη Κασσάντρα, ἢ Θράκη, γάμου φοροῦνε φόρεμα, κι ἐγώ; «Κύριε γίνου σωτήρ μου!» καὶ θολώνω μὲ τὰ δάκρυά μου τὸ θεῖο Βρέφος, ζωγραφιὰ τὸν Πανσελήνου.
Ἢ ταπεινή μου γνώμη ἐΐναι ὅτι ὃ ἐσωτερικὸς πόλεμος στὴν ψυχὴ τοῦ Παλαμᾶ μεταξύ του Χρίστου καὶ εἰδωλολατρικῶν θεοτήτων, καὶ μεταξὺ πίστεως καὶ ἀθεΐας, εἶναι τὸ μεγάλο ψυχικὸ πρόβλημα τοῦ ποιητοΰ, ποῦ εὕρισκε διέξοδο σὲ στίχους ἰσχυρούς, ἀληθινὰ τραντάγματα γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τὸν ἀναγνώστη. "Ἀλλιῶς, πῶς νὰ ἑρμηνεύση κανεὶς στίχους σὰν αὐτοὺς γιὰ τὴν Παναγία μας:
Στῆς χώρας τῆς ἑφτάλοφης ἀπάνον τὰ μουράγια γυρίζει ἢ Βλαχερνιώτισσα πιὸ δυνατὴ ἀπὸ κεῖνα μετρώντας τά, τρομάζοντας μὲ τὴν περπατησιά της τ' ἀγερικὰ καὶ τ' ἀστρικὰ καὶ γῆ καὶ πέλαο γύρω σὰν ἀρχαγγελικὸ σπαθὶ στάχραντα χέρια σφίγγει τὸ ἀστραφτερὸ θαυματουργὸ μαφόρι, ἕτοιμοι πάντα Ἔκεϊ ποὺ στέκει ὃ 'Ἀθωνας, βιγλάτορας ταξιάρχης μπρὸς στοϋ μακεδονίτικου παράδεισου τὸ ἔμπα, κορῶνα τοῦ μοναστηρίου καὶ σκέπη τ' Ἅγιονορους νὰ τὴν ἢ Πορταΐτισσα! Στὸ γόνα τῆς ἀπάνον βρέφος ὃ λόγος τοῦ Θεοϋ. Στὰ μάτια τῆς Παρθένος ὅλος ὃ κόσμος, οὐρανὸς καρδιᾶς καὶ ἀγάπης, ὅλος ἀπὸ τὰ κρίνα τῆς Ἐδέμ, ὡς τὰ τσεγγέλια τοῦ ἅδη...
Ὃ ποιητὴς μᾶς δουλεύει στὰ πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας ἀναζητώντας ἢ ὑμνώντας τὴν πίστη, καὶ στὴ συνέχεια μπαίνει στὸ ἐργαστήρι τῆς ἑλληνικῆς εἰδωλολατρικῆς πολυθεΐας σμιλεύοντας μὲ τὴν φαντασία τοῦ ἄψυχα μάρμαρα. Ποιὰ εἶναι ἢ ἐπισήμανση; Οὐδέποτε ὕβρισε, οὐδέποτε εἰρωνεύτηκε, οὐδέποτε χλεύασε τὴν πίστη, οὐδέποτε σατίρισε τὴν Ἐκκλησία, ὅσο κι ἂν πάγωσαν τὰ χέρια του στὰ μάρμαρα τῆς ἀθεΐας, θυμηθεῖτε τὸν Ρὸ'Ῥδη, τὸν Καζαντζάκη ἢ τὸν πρὸ ἐτῶν τάχα συγγραφέα "Ἀνδρουλάκη.
Κι ὄχι μόνο ἀρνητικά, ἀλλὰ καὶ θετικά, ὃ ποιητὴς μᾶς μπῆκε εὐλαβικὰ καὶ ἐκφράστηκε παλικαρίσια γιὰ τὰ πρόσωπα τῆς 'Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Καὶ βαδίζοντας, ἔστω στὰ τρίστρατα τῆς πίστεως, ἅπλωσε τὸ χέρι του κι ἔκοψε διακριτικὰ ἀνθοὺς καὶ χλόη, δηλαδὴ δέχθηκε ἐπιδράσεις ἀπὸ τὰ πεζὰ κείμενα καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Τόσο γιὰ τὶς ἐπιδράσεις τῶν βιβλικῶν κειμένων, ὅσο καὶ γιὰ τὰ βιβλικὰ πρόσωπα στὴν ποίηση τοῦ Παλαμᾶ, ἔχομε ἀντίστοιχα δύο καλὲς μελέτες τοῦ Παντελῆ Παπαχρήστου, θεολόγου, καὶ τῆς Ἑλένης Νικολάου, φιλολόγου, ποῦ δημοσιεύθηκαν στὸν ἀφιερωματικὸ τόμο «ΝΕΚΥΣΙΑ» γιὰ τοὺς Παλαμά, Μαλακάση καὶ Τραυλαντώνη στὸ Μεσολόγγι, τὸ 1973. Γιὰ τὰ ἀνωτέρω ὅμιλοϋν τὰ ποιήματα.
Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Ἢ καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει καὶ φτερώνει τὴν ψνχή, κι ἀνοίγεται ἢ καρδιά μου καὶ σκορπάει θυμίαμα τὴν προσευχή. "Ἅγιες ἀγάπες τρισευλογημένες ποῦ τὶς καρδιὲς τὶς σμίγατε παρθένες τῶν πρώτων τῶν ἀρχαίων Χριστιανῶν σὲ τραπέζι χαρὰ τῶν οὐρανῶν! "Ἀγάπες ποῦ τὸν πλούσιον ἕνα ἕνα κάνατε νὰ τὰ ρίχνη μαζωμένα στὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου τὰ ἱερὰ κάθε ἀγαθό του, κάθε τοῦ χαρά!
"Ἀγάπες, ω!, φανῆτε πάλι ἐμπρός μου, αὖγές της πίστης, χρνσαγὲς τοῦ κόσμου, κι ἂς βλέπη μὲ τὸ μάγο σᾶς τὸ φῶς ὃ ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο, ἀδερφός. "Ἀγάπες πιὰ δὲν ἔχετε τὸ θρόνο στὴ γῆ τὴν ἀνυπόταχτη, καὶ μόνο στοϋ ποιητὴ σᾶς ξανοίγω τὴν καρδιὰ μὲ τὴν ἴδια λαμπρότη κ' εὐωδιά. Ἀγάπες, κ' ἐδῶ μέσα ποῦ σᾶς βρίσκω παρακαλῶ σας! κάμετε τὴ δίσκο τὴ λύρα μου γιὰ κάθε δυστυχῆ- καὶ κάμετε τὸν κόσμου τὴν ψυχή, κάθε ἄνθρωπο νὰ λέη πῶς ἐδῶ κάτου τὰ βάσανα τὰ ξένα εἶναι δικά του, νὰ μὴν ξεχνάη πῶς εἶναι στὴ ζωὴ μόνο γιὰ νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἐλέη.
Καὶ ἢ τελευταία στροφὴ στὸ ποίημα «Η ΕΛΗΑ». Ἐδῶ σ' τὸν ἴσκιο μ' ἀποκάτου Ἢρθ' ὃ Χριστὸς ν' ἀναπαυθῆ Κι ἂκουστηκ' ἢ γλυκεία λαλιά του Λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθῆ. Τὸ δάκρυ του, δροσιὰ ἁγιασμένη, Ἔχει σ' τὴ ρίζα μου χυθῆ Εἶμαι ἢ ἔληα ἢ τιμημένη
Γιὰ νὰ κλείσω τὴν εἰσήγησή μου αὐτή, ποῦ εἶναι μέρος τῆς μελέτης τοῦ ὅλου θέματος, θὰ τολμήσω νὰ μπῶ στὸ λυρικὸ ἀριστούργημα τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ «ὃ Τάφος». Ὃ ἴδιος ὃ ποιητὴς ἔχει γράψει μία ὑπέροχη εἰσαγωγὴ στὸ μεγάλο αὐτὸ ποίημα, ποῦ ἀριθμεῖ 222 στροφές.
Ὅλα τὰ ἰδανικὰ γυρεύουν ἐκεῖ νὰ φανοῦνε σὲ κορφὲς μὲ τὴν ἀτάραχη ἐπικὴ μεγαλοπρέπεια. Ἢ δημοτικὴ παράδοση, ἢ θρησκευτικὴ πίστη, ἢ ὀρθολογικὴ σκέψη, ὃ Ὄλυμπος τῆς τέχνης, τὸ μακάριο νησὶ τῆς Ἀγάπης, ἢ Πατριδολατρεία, ὁ Πρόγονος, καὶ ὑποταχτικός του παραδομένου καὶ ἀνυπότακτος, πρὸς ὁρίζοντες πλατύτερους, ἀπαράδοτους, καὶ τὸ ἐπίγειο Σπίτι- "Ὅλα σὲ μία παραδείσιαν ἐξαΰλωση. "Ὅσο ποῦ ὃ ἀγιάτρευτος δυαδισμός μου ἔρχεται γιὰ νὰ χαλάση τὴν ὀνειρεμένη μου ἀρχιτεκτονικὴ ἑνότητα, ὁ πανηγυρικὸς πινδαρισμός, η, ἀκριβέστερα, ὃ τυρταϊσμὸς ξεπέφτει σ' ἕνα θρηνητικὸ κασσιανισμό, καὶ τὸ ἐπικὸ δίαρμα, γιὰ νὰ μιλήσω μὲ τὴν ἀρχαία λέξη, κατεβαίνοντας βυθίζεται στὴν ἀγιάτρευτη συντριβὴ ποῦ χαρακτηρίζει μέγα μέρος τοῦ ἔργου μου. Τὰ κρυστάλινα δάκρυα τῶν στροφῶν τοῦ «Τάφου» ἐΐναι δροσερὰ καὶ ξελαφρώνουν μπροστὰ σ' αὐτὸ τὸ γοερὸ θολὸ ρέμα.
Ἐδῶ, Εἰκόνα ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο. καὶ σταυρῶστε τὸν μ' αὐτοὺς (μενεξέδες) τὰ παιδικὰ χεράκια νᾶτε κι ἄνθη σὰν καρδιὲς κι ἄνθη σὰν ἀστεράκια. Νὰ ἢ ὁμολογία τῆς μετάνοιας. Κι εἶναι τὰ χρονάκια σου τὰ παιδικὰ γιὰ μένα σύμβολα προφητικὰ καὶ λείψαν' ἁγιασμένα.
Στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἁγιολογία. Μίαν ἀχειροποίητη σ' ἀπομεινεν εἰκόνα, νὰ τὴν ἔχης γκόρφι σου, νὰ τὴν φορης κορῶνα. "Ὁλοφάνερος ὃ σεβασμὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ εἰκόνα.
"Ὁλόκληρο σχεδὸν τὸ ποίημα ὃ «Τάφος» ἀποπνέει τὸ ἄρωμα τῆς μεταφυσικῆς τοποθετήσεως τοῦ Παλαμᾶ, τῆς ὁποίας στοιχεῖα εἶναι ἢ ὕπαρξη τῆς ψυχῆς μετὰ τὸν θάνατο, ὃ κάτω καὶ ὃ ἐπάνω κόσμος, ἢ νοσταλγία τῆς ἐπανασυναντήσεως μὲ τὸν ἄνθρωπό μας ποῦ ἔφυγε, ὃ διαχωρισμὸς τῶν ψυχῶν, τὰ μυστήρια τῶν μνημάτων, καὶ ἄλλα συναφῆ. Ὃ λυρισμὸς τοῦ ποιήματος εἶναι ἕνα ὁλάκερο ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικὸ ντύσιμο, ποῦ δὲν τελειώνει εὔκολα, κι οὔτε κουράζει τὸν ἀναγνώστη.
"Ἄνθη, ὢ νεκρολολουδα, χυμένα ὁλόγυρα τό, ἐϊοτ'ἔσεϊς τὰ ὄνειρατα τὸν Ῥπνον τὸν θανάτου; Εἲστ' ἔσεϊς τὰ θάματα τῆς τέχνης ποιὸν ζωγράφον; Πιὸ καθάρια βλέπετε στὴ σκοτεινιὰ τὸν τάφου;
Εἶστε κάτι πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ νοῦ τὸν ἀνθρώπου; πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὸ φῶς ἰσόθεον μετῶπον; Εἶστε πιὸ σιμώτερα στὸ φέγγος τῶν πνεμάτων; Ξέρετε τ' ἀγνώριστα μυστήρια τῶν μνημάτων; Παίρνετε νοήματα πρωτόφαντα ἐδῶ κάτου, ἄνθη, ὢ νεκρολούλουδα, χυμένα ὁλόγυρά του!
Καὶ ἢ τελευταία ἀπὸ τὶς 222 στροφές: "Ὢ ψυχή, τ' ἀληθινὸ τραγούδι ποῦ δὲν τόπα κάμε τὸ μία προσευχὴ καὶ λάτρευε καὶ σώπα...
Λατρεία στὸ Θεὸ καὶ σιωπὴ μπροστὰ στὸ θαῦμα τοῦ Οὐρανοῦ, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ἀκόμη ὃ Παλαμᾶς ὁμολογεῖ: Εἰδωλολάτρης εἶναι ὃ νοῦς καὶ Χριστιανὴ ἢ καρδιά μου.
Κι ἄλλοτε πάλι: «Μήτ' ὃ οἰστρήλατος τὸν Αἰσχύλου μὲ δονεῖ παλμὸς τῶν Θεῶν οὔτε ἢ γαλήνη ποῦ τὴν ἔκλεψε ὃ Φειδίας ὅσο ἐσὺ μὲ συνεπαίρνεις ὃ λειτουργικὸς ψαλμός; "Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας».

Ὃ Κωστὴς Παλαμᾶς ἦταν ἕνας μεγάλος ποιητής, πολυμερὴς ἀριστοκράτης καὶ εὐγενὴς ἄνθρωπος. Ἢ καρδιὰ τοῦ ἦταν πλημμυρισμένη ἀπὸ συναίσθημα, κι ὃ νοῦς τοῦ γεμάτος ἀπὸ γνώση καὶ φιλότεχνη δύναμη. Ἀγάπησε τὴν πατρίδα μας, τὴν Ἕλλαδα καὶ γι' αὐτὸ ὕμνησε καὶ τὴν ἀρχαία ζωή της, σεβάστηκε τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ποῦ εἶναι πλασμένο γιὰ τὴν αἰωνιότητα

Δεν υπάρχουν σχόλια: