Σελίδες

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (Β' Μέρος)


Το μέρος «Α» εδώ
(Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν)
Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση
Δημοσιευμένη Μελέτη στο βιβλίο «Μακεδονικά»

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Σήμερα, το ιλαροτραγικό στοιχείο της υπόθεσης, αλλά εξ ίσου επικίνδυνο (λόγω της ανάμειξης του αμερικανικού παράγοντα), συνιστούν οι αιτιάσεις κάποιων φερεφώνων των Σκοπίων, οι οποίοι θρασύτατα απαιτούν να ανοίξουν σχολεία για να διδάσκεται η Σκοπιανή γλώσσα στα παιδιά κάποιας δήθεν «μακεδονικής εθνότητας», που αποτελεί μια καταπιεζόμενη μειονότητα στην Ελλάδα! Το ανησυχητικό στην περίπτωση αυτήν είναι ότι οι πολιτικοί των Αθηνών, ανοίγουν αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τον ελληνικής καταγωγής Σκοπιανό πρωθυπουργό Γκρουέφσκι, αντί να απαιτήσουν «εδώ και τώρα» την διεξαγωγή διεθνούς έρευνας για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής του σημερινού κράτους των Σκοπίων.
Προσωπικά, είμαι περίεργος να διαπιστώσω ποια ακριβώς γλώσσα προτείνουν, οι
υποστηρικτές και θιασώτες αυτής της πρότασης, να διδάσκεται στα «μειονοτικά» σχολεία, διότι όσον αφορά το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται σε ορισμένες περιοχές παραμεθορίων Νομών της Μακεδονίας, ουδείς φαντάζομαι διανοείται να στείλει τα παιδιά του σε ένα τέτοιο σχολείο, για πολλούς και προφανείς λόγους και το όλο θέμα μάλλον αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Εάν όμως οι Σκοπιανοί εννοούν την...
διδασκαλία της κατασκευασμένης γλώσσας τους, τότε το θράσος τους ξεπερνάει κάθε όριο. Αναρωτιέμαι, πόσοι άραγε, ακόμα και από τους φανατικότερους σκοπιανολάγνους, θα έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν τα πρακτικώς άχρηστα Σκοπιανά (την δήθεν «Μακεδονική» γλώσσα), αντί μιας οποιασδήποτε χρήσιμης δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας ή ακόμα και της Ρωσσικής, της Βουλγαρικής, της Σερβικής ή της Τουρκικής;
Ας σταματήσει λοιπόν αυτή η «εκ του πονηρού» συζήτηση περί «μακεδονικής» μειονότητας, που το «κακό» ελληνικό κράτος την καταπιέζει και δεν επιτρέπει στα μέλη της να μιλούν την «γλώσσα» τους. Το γλωσσικό ιδίωμα (και όχι γλώσσα) που ομιλείται σε ελάχιστες πλέον περιοχές της Μακεδονίας, αποτελεί για μας τους γηγενείς μια πολιτιστική κληρονομιά και για κάποιους άλλους Έλληνες ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο.
Δυστυχώς, από την στιγμή που το ιδίωμα αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε την χρησιμότητά του, θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων βοηθητικών γλωσσών. Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. Προσωπικά, λυπάμαι που θα χαθεί ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής, όπως λυπάμαι που γκρεμίστηκαν ένα σωρό θαυμάσια οικήματα και στην θέση τους υψώθηκαν κακόγουστες πολυκατοικίες, αλλά προβληματίζομαι συχνά αν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι το τίμημα της εξέλιξης, της κακής εξέλιξης αν θέλετε, αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα και σε μικρότερο βαθμό με τα ποντιακά. Η ζωή όμως συνεχίζεται…

Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, Αύγουστος 2010 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».

(2) Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.

(3) Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)…».

(4) Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.

(5) Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Βουλγάρικα ο Δήμαρχος μιας πόλης λέγεται кмет (κμετ), στα Σερβοκροατικά Γκραντονάτσαλνικ (=αρχηγός, επικεφαλής της πόλης) και στα Σκοπιανά, με μετάθεση του τόνου, Γκραντονατσάλνικ. Και οι δύο λέξεις είναι παντελώς άγνωστες στο τοπικό ιδίωμα του βορειοελλαδικού χώρου. Επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με πληροφορίες, χρησιμοποιούσαν την τουρκική λέξη μπέη (bey = κυβερνήτης, άρχοντας), μπέης ή μουχτάρης (τουρκ. muhtar = επικεφαλής).

(6) Βλ. σχετικά: «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα» της σειράς "Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας - 8", του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν (1993, επανέκδ. 2000), της Καθηγήτριας της Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1975-1996), Μαρίας Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου.

(7) Η δημιουργία του ιδιώματος την συγκεκριμένη αυτή περίοδο δεν είναι συμπτωματική και ερμηνεύεται εύκολα αν αναλογισθούμε τις ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες της εποχής. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά την ήττα της κατά την Β΄ πολιορκία της Βιέννης (1683) και τις επακολουθείσασες Συνθήκες του Κάρλοβιτς (Carlowitz, σημερινό Sremski Karlovci κοντά στο Βελιγράδι) το 1699 και Πασσάροβιτς (Γερμαν. Passarowitz, σημερινό Požarevac της Σερβίας) το 1718, θα εισέλθει αμετάκλητα σε τροχιά παρακμής και εσωτερικής κατάρρευσης, με αποτέλεσμα η στυγνή καταπίεση και η τρομοκράτηση των χριστιανικών πληθυσμών να χαλαρώσουν.
Η χαριστική βολή στο κύρος της δόθηκε με την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) με την οποία η Ρωσσική Αυτοκρατορία απέκτησε το δικαίωμα να προστατεύει τους Χριστιανικούς πληθυσμούς σε όλη την έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Προϊόν αυτής της νέας κατάστασης ήταν η έναρξη επικοινωνίας μεταξύ των πληθυσμών, το εμπόριο, επαφές και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των κατοίκων διαφορετικών περιοχών κ.λπ. Τότε ακριβώς, στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, υπήρξε έντονη η ανάγκη ενός κοινά κατανοητού γλωσσικού οργάνου που θα διευκόλυνε όλα τα παραπάνω. Το σλαβογενές pidgin εξυπηρέτησε θαυμάσια αυτό τον σκοπό.

(8) Το περίφημο «Τετράγλωσσον Λεξικόν» του Δανιήλ Μοσχοπολίτη στην «Ρωμαϊκή» (=δημοτική Ελληνική), Βλαχική, Βουλγαρική, και Αλβανική όπου η «Βουλγαρική» αντιπροσωπεύεται από το σλαβικό ιδίωμα της Αχρίδος, κατ’ άλλους μεν μία δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, κατ’ άλλους δε (Σκοπιανούς) μια πρώτη μορφή της «σλαβομακεδονικής». Αυτό ακριβώς το ιδίωμα ήταν που χρησιμοποιήθηκε ως γλωσσικό υπόστρωμα για την διαμόρφωση του μακεδονικού pidgin. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο πλήρης τίτλος του Λεξικού ήταν: “Εισαγωγική Διδασκαλία περιέχουσα Λεξικόν Τετράγλωσσον των τεσσάρων κοινών διαλέκτων, ήτοι της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής και της Αλβανιτικής (sic)”, όπου διαπιστώνουμε ότι το σλαβικό ιδίωμα της περιοχής αντιμετωπίζεται ως διάλεκτος της Βουλγαρικής και όχι βέβαια κάποιας άγνωστης «Μακεδονικής». Το έργο γράφτηκε και ίσως εκδόθηκε αρχικά στην φημισμένη Μοσχόπολη, στην σημερινή Αλβανία, πιθανόν το 1764 ή λίγο αργότερα, ως «Εισαγωγική Διδασκαλία» — της νεοελληνικής — και ακολούθησε η επανέκδοσή του με τριπλάσια ύλη στην Βιέννη ή σύμφωνα με άλλες πηγές στην Βενετία, στην οποία προστέθηκε το εν λόγω Λεξικό και το συνολικό έργο επανεκδόθηκε το 1802, πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Βλ. σχετικά Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης: Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας – Ελληνικά σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. Β΄, Αθήναι 1936 σελ. 341-342.

(9) Η σύγχρονη Βουλγαρική γλώσσα διακρίνεται διαλεκτολογικά σε δύο, κατά βάση, μεγάλες ομάδες διαλέκτων, τις Ανατολικές και τις Δυτικές, αλλά υπάρχει και μια μικρή Ομάδα ιδιωμάτων, η Βορειοανατολική. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάκρισης μεταξύ των Βουλγαρικών διαλέκτων είναι η προφορά ενός συγκεκριμένου φωνήεντος, το οποίο είναι γνωστό ως «πριμενλίβο Я (μεταβλητό για)» και το οποίο προέρχεται από την εξέλιξη ενός αρχαιοβουλγαρικού φθόγγου. Ο φθόγγος αυτός, στο παλιό κυριλλικό αλφάβητο αποτυπωνόταν με το γράμμα Ѣ, το γιατ (ЯТЬ), όπως ονομαζόταν στην αρχαία βουλγαρική ή ε-τβόϊνο (Е-ДВОЙНО δηλ. διπλό ε), στην νεοβουλγαρική και καταργήθηκε με την μεταρρύθμιση του 1945. Στις Δυτικές βουλγαρικές διαλέκτους, το «μεταβλητό για» προφέρεται πάντοτε ως ε (το ελληνικό έψιλον), π.χ. БЕЛ (μπελ = λευκός, άσπρος – ενικός αριθμός) – БЕЛИ (μπέλι = λευκοί, άσπροι – πληθ. αριθμός), ενώ στις Ανατολικές ως για (БЯЛ – БЯЛИ, μπιαλ – μπιάλι). Στα Βορειοανατολικά ιδιώματα, τέλος, το «μεταβλητό για» προφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογίας βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή μεταβάλλεται ανάλογα με τις μορφολογικές αλλαγές της λέξης (БЯЛ – БЕЛИ, μπιαλ – μπέλι). Έτσι π.χ. την λέξη ХЛЯБ (χλιάμπ = ψωμί), στην ανατολική μεν Βουλγαρία προφέρουν «χλιάμπ», ενώ στην δυτική «χλέμπ» και στο τοπικό ιδίωμα της Μακεδονίας «λεπ».

(10) Βλ. σχετικά την ανεκτίμητη καταγραφή, που περιλαμβάνεται στην εργασία του αείμνηστου Εδεσσαίου διδάσκαλου Γεωργίου Δ. Γεωργιάδη, με τίτλο: «Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα» – Έδεσσα, 1948.

(11) Βλ. Γλωσσικές παραχαράξεις : Η «Μακεδονική» των Σκοπίων και τα περί σλαβομακεδονικής μειονότητας του Καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ 3 Αυγ 2008 σελ. Β16
(12) Για παράδειγμα, οι τρεις συζυγίες του ρήματος (στην επίσημη βουλγαρική γλώσσα), συγχωνεύθηκαν σε μία, επήλθαν φωνητικές απλοποιήσεις κ.λπ.

(13) Βλ. για παράδειγμα σχετικές αναφορές στο κλασσικό έργο του ανθρωπολόγου Άρη Ν. Πουλιανού: «Η προέλευση των Ελλήνων» Αθήνα 1968. Στην εθνογενετική αυτή έρευνα ο Άρης Πουλιανός τονίζει ότι «…πολλοί Βλάχοι του Μπούφι και της Κεντρικής Μακεδονίας, που τώρα τελευταία άρχισαν να μιλάνε σλάβικα ή που η διάλεκτός τους έχει επηρεαστεί από τη σλάβικη, όπως σε μερικά χωριά του Καϊμακτσαλάν, παραδέχονται ότι οι πρόγονοί τους σε παλιότερες εποχές μιλούσαν μόνο βλάχικα…».

(14) Αυτά τα τραγούδια που κυκλοφορούν σήμερα είναι κατά 90% σκοπιανά μεταπολεμικά κατασκευάσματα και τα οποία «λανσάρονται» ως Makedonski narodni pesni, δηλ. ως «Μακεδονικά» δημοτικά (σε ακριβή μετάφραση «λαϊκά») τραγούδια. Οφείλω να σημειώσω ότι προ ετών, Έλληνες πανεπιστημιακοί «ερευνητές», αγνοώντας σχεδόν τα πάντα για την προϊστορία του προβλήματος, ηχογράφησαν κάποια από αυτά, πιστεύοντας ότι συλλέγουν σπάνιο λαογραφικό υλικό! Όσο για τα πολύ της μόδας τελευταίως «χάλκινα», είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία, που αξίζει να ασχοληθούν κάποιοι ειδικότεροι από εμένα, για την προέλευσή τους και την διάδοσή τους στον χώρο της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας.

(15) Βλ. λεπτομέρειες στην προαναφερθείσα εργασία «Το μιξόγλωσσον…» ό.π. σελ. 12-16.

(16) Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους "Μακεδόνες Σλάβους" έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική και σερβική) "σλαβικής μακεδονικής" εθνότητας, ως "όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας". Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική  κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση [Υπενθυμίζουμε ότι στις 28 Φεβρουαρίου 1870 ο Σουλτάνος αναγνώρισε με επίσημο φιρμάνι (τουρκ. ferman = Αυτοκρατορικό Διάταγμα) ως ανεξάρτητη την βουλγαρική Εξαρχία από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο αντιδρώντας, κήρυξε το 1872 την αυτοκέφαλη πλέον βουλγαρική εκκλησία ως σχισματική). Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα σερβικών επιστημονικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, με ιστορικά και φιλολογικά ενδιαφέροντα, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό.

(17) Βλ. σχετική αναφορά στην μονογραφία (δυστυχώς εξαντλημένη στα ελληνικά): “Anthony-Emil N. Tachiaos: The Bulgarian National Awakening and its Spread into Macedonia” Society for Macedonian Studies, Thessaloniki 1990, p. 38,  όπου γενικότερα καταγράφονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για την περίπτωση των αδελφών Μιλαντίνωφ στις σελ. 27-39.

(18) Ο Σλαβέϊκωφ είχε διαγνώσει τον κίνδυνο η γλωσσική διένεξη, από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων, να εξελιχθεί σε μια γενικότερη αντιπαράθεση ενός σλαβομακεδονισμού με τη βουλγαρική εθνική ιδέα. Αναμφισβήτητα γνώριζε τις τάσεις της σερβικής πολιτικής μετά το 1868, καθώς σερβικά βιβλία άρχισαν να διοχετεύονται στη Μακεδονία. Χαρακτήριζε τον σλαβομακεδονισμό ως ανερμάτιστο και ανιστόρητο:

[…Έχουμε ακούσει πολλές φορές από τους Μακεδονιστές ότι δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδόνες, απόγονοι των Αρχαίων Μακεδόνων, και εμείς πάντοτε περιμένουμε να ακούσουμε κάποιες αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά ποτέ δεν τις ακούσαμε. Οι Μακεδονιστές ποτέ δεν μας επέδειξαν τις βάσεις για την στάση τους. Επιμένουν στην Μακεδονική καταγωγή τους, την οποία δεν μπορούν να αποδείξουν με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο. Έχουμε διαβάσει στην Ιστορία ότι στην Μακεδονία υπήρχε ένα μικρό έθνος – οι Μακεδόνες, αλλά πουθενά δεν βρίσκουμε σ’ αυτήν τι ήσαν αυτοί οι Μακεδόνες, ούτε από ποιο φύλο κατάγονταν και οι λίγες μακεδονικές λέξεις, που διασώθηκαν από κάποιους (αρχαίους) Έλληνες συγγραφείς, απορρίπτουν αυτήν την πιθανότητα. Επί πλέον, μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους, δεν υπάρχει πια ανάμνηση αυτών των Μακεδόνων. Μπορούμε να βρούμε στις περιοχές τους όλα τα είδη των άλλων εθνών, εκτός από Μακεδόνες, που μόνον αυτούς δεν βρίσκουμε…].
Петко Славейков “Македония” 18.Ι.1871
(Πέτκο Σλαβέϊκωφ, εφημ. «Μακεδονία» 18.Ι.1871)

Αξίζει να παρουσιάσουμε στο σημείο αυτό την ανακεφαλαίωση από τον Σλαβέϊκωφ των επιχειρημάτων των «Μακεδονιστών», τα οποία χρησιμοποιούσαν για την διάκριση «Μακεδόνων» και Βουλγάρων [βλ. σχετικά στο συλλογικό έργο: “The new Macedonian Question” σελ. 57 – James Pettifer (edit.), “Palgrave” 2001]:
α. Απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων
β. Καθαρόαιμοι Σλάβοι σε αντίθεση με τους ταταρικής καταγωγής Βούλγαρους
γ. Οι «μακεδονικές» διάλεκτοι διαφέρουν από εκείνες της «Άνω Βουλγαρίας»
δ. Οι «Μακεδόνες» είναι δυσαρεστημένοι από την κυριαρχία των «Ανωβουλγάρων» (sic) και της γλώσσας τους
ε. Επιθυμούν να αναβαθμίσουν την «τοπική μακεδονική διάλεκτο» σε φιλολογική (καλλιεργημένη) γλώσσα
στ. Επιθυμούν να αποχωριστούν εκκλησιαστικά από την Βουλγαρική Εξαρχία και να παλινορθώσουν την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος σε ξεχωριστή «μακεδονική» Εκκλησία.
Παρατηρούμε ότι τα «επιχειρήματα» αυτά παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα και τα επικαλούνται σήμερα οι Σκοπιανοί ιθύνοντες. Το αξιοπερίεργο βέβαια με αυτούς τους  ισχυρισμούς είναι το πώς μπορεί να συμβιβαστεί η καταγωγή από τους αρχαίους Μακεδόνες με τον ισχυρισμό ότι είναι «καθαρόαιμοι» Σλάβοι. Προφανώς, το έργο αυτό θα αναλάβουν τα ποικίλα «Πανεπιστήμια» και «Ινστιτούτα», που χρηματοδοτεί αφειδώς ο γνωστός «φιλάνθρωπος» Τζώρτζ Σόρος.

[19] Για να μη παραμείνουμε μόνον στο θεωρητικό επίπεδο, πιστεύουμε ότι επιβάλλεται να δοθούν μερικά παραδείγματα:
α. Το βασικό (από άποψη χρηστικότητας) ρήμα ομιλώ, στο βορειοελλαδικό pidgin (τα εντόπια ή εντόπικα) της περιοχής γύρω από την Έδεσσα, είναι λάφαμ. Στα βουλγαρικά είναι govorja (γκοβόρια) και στην κατασκευασμένη γλώσσα των Σκοπίων zboruvam (ζμπορούβαμ). Στα εντόπικα όμως το ρήμα ζμπορούβαμ σημαίνει μουρμουρίζω [βλ. την έκφραση: «Σιο ζμπορούβις μαρί νιβέστα!» (=τι μουρμουρίζεις βρε νύφη!), μια παρατήρηση-επίπληξη που απευθύνει ο πεθερός στην νύφη του, που θυμωμένη από το μάλωμα του πεθερού, του πατριάρχη της οικογένειας και ανώτατης εξουσίας στο σπίτι, πηγαίνει στον νεροχύτη και μονολογεί]. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τις παρεξηγήσεις που μπορούν να προκύψουν  από την συνομιλία μεταξύ ενός Σκοπιανού και ενός δίγλωσσου Μακεδόνα Έλληνα.

β. Στα βουλγαρικά το ρήμα λέγω είναι kazvam (κάζβαμ), στα σκοπιανά kazuvam, με παχύτερο ζ (γι’ αυτό χρησιμοποιούνται διαφορετικά κυριλλικά γράμματα, που αποδίδουν αυτήν την διαφορά, το З οι Βούλγαροι, το Ж οι Σκοπιανοί) και στα εντόπικα καζιούβαμ. Η τυποποιημένη έκφραση «ονομάζομαι (π.χ.) Χρήστος» στα βουλγαρικά είναι se kazvam Kristo, αλλά στα σκοπιανά είναι se vikam Kristo, η οποία στα βουλγαρικά σημαίνει κατά λέξη «με φωνάζουν Χρήστο». Η ίδια έκφραση χρησιμοποιείται και στα εντόπικα, όπου όμως το ρήμα βίκαμ, έχει και την έννοια του «ουρλιάζω» [πρβ. την έκφραση «σιό τσίκας, βίκας» (=τι τσιρίζεις και ουρλιάζεις), που χρησιμοποιείται επιτιμητικά σε κάποιον που κάνει φασαρία για κάτι το ασήμαντο].

γ. Ο λαγός στα εντόπικα είναι "ζάϊτς" (ενικός) - "ζάϊτσι" (πληθ.), που διαφέρει σαφώς από την σκοπιανή λέξη заjак (ζάγιακ), όσο και από την βουλγαρική λέξη заек (ζάεκ, ενικός), αλλά συμπίπτουν στον  (πληθ.) – зайци (ζάϊτσι). Είναι προφανές πάντως ότι δεν έχει άμεση σχέση με το τσεχικό zajíc (ζάγιτς/ζάϊτς).

δ. Το ποντίκι στα εντόπικα είναι μις (με παχύ σ), στα βουλγαρικά miska (μίσκα, ομοίως με παχύ σ) και στα σκοπιανά glusets (γκλούσετς)! Καμία σχέση!

ε. Η φράουλα (ή το φράουλο, όπως λέγεται σε κάποιες περιοχές του ελλαδικού χώρου), στα σέρβικα, βουλγάρικα και στα σκοπιανά (αλλά και στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες) ονομάζεται jagoda (γιάγκοντα). Στα εντόπικα της περιοχής γύρω από την Έδεσσα λέγεται πλανούσκα, αλλά υπάρχει και η παραλλαγή πλανούτκα (χωρ. Καρυδιά), σχετιζόμενο προφανώς με την λέξη πλανίνα=βουνό, αναφερόμενη μάλλον στις αγριοφράουλες.

στ. Οι καρποί της κερασιάς, που καλλιεργείται ευρύτατα στην περιοχή του ορεινού όγκου βορείως της Έδεσσας, τα κεράσια, ονομάζονται τσιρέσι, τσιαρέσι, αλλά και στρέσι, ενώ στα βουλγαρικά είναι τσερέσι (Череши, με παχύ τσ και σ) και στα σκοπιανά τσρέσι (Цреши, μόνο το σ παχύ).

ε. Κλείνω με ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα λουκάνικα στην βουλγαρικά λέγονται kolbasi (κολμπάσι), στα σκοπιανά mala salama, suzuk [κατά λέξη «μικρό σαλάμι» (!) και σουτζούκι] και στα εντόπικα κολμπάσι. Στην περιοχή της Άρνισσας όμως λέγονται λουκάνσκι (!).
Παρατηρούμε με λίγα λόγια, όχι μόνον την παραφθορά των αρχικών σλαβικών λέξεων, αλλά και τις διαφορετικές ετυμολογίες, που επαναλαμβάνεται σε πλήθος άλλων περιπτώσεων και που μας επιτρέπει να πάρουμε μια αμυδρή ιδέα για το πως προέκυψε αυτό το ιδίωμα και διαδόθηκε τόσο εύκολα σε αλλόφωνους πληθυσμούς (ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, αλβανόφωνους, γύφτους κλπ) της ευρύτερης Μακεδονίας επί Οθωμανών.

Βοηθήματα
Ελληνο-Βουλγαρικό και Βουλγαρο-Ελληνικό Λεξικό Gaberoff, 2004
Βάσκου Καρατζά: Σύγχρονο Ελληνο-Μακεδονικό Λεξικό, 2008
Ιωάννου Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας, ΙΜΧΑ 1981

[20][Gligorov]: [...] Στα Βαλκάνια σήμερα ο καθένας συναγωνίζεται τους αριθμούς και το δικό τους έθνος το παρουσιάζουν ως το μεγαλύτερο. Οι Έλληνες δηλώνουν πως ζουν εδώ 250,000 Έλληνες ενώ από τις στατιστικές όμως, είναι μόνον 100,000. Υποτίθεται υπάρχουν μεταξύ 700,000 και 1,000,000 Αλβανών εδώ. Οι Σέρβοι αναφέρουν είναι 250,000 και 300,000, όμως η πρόσφατη απογραφή έδειξε, εν τούτοις, πως ο αριθμός τους δεν ξεπερνά τις 43,000...
Πηγή: http://history-of-macedonia.com/wordpress/2010/05/18/gligorov-cesky-denik-meionotita-100000-ellines-skopia/
Akritas ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: