Σελίδες

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το Βατικανό και η παγκόσμια οικονομική μεταρρύθμιση Το μέλλον της Εκκλησίας στη χρηματοπιστωτική τάξη


Samuel Gregg


Περίληψη: 

Το Βατικανό έχει κάνει πρόσφατα εκκλήσεις για παγκόσμια οικονομική μεταρρύθμιση, αλλά η διδασκαλία της Εκκλησίας παλεύει να διευθετήσει τη διευρυνόμενη απόκλιση ανάμεσα στις άμεσες οικονομικές προσδοκίες των Καθολικών στις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες και εκείνων που ζουν στις αναδυόμενες οικονομίες.

Τον περασμένο Οκτώβριο, μια τολμηρή πρόταση για μεταρρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προήλθε από μια απρόσμενη πηγή: την Καθολική Εκκλησία. Καθώς η ευρωζώνη έφτανε στα όρια του οικονομικού χάους, το Ποντιφικό Συμβούλιο για τη Δικαιοσύνη και την Ειρήνη - ένα όργανο της Ρωμαϊκής Κουρίας που συμβουλεύει τον Πάπα σχετικά με θέματα οικονομικής δικαιοσύνης, ειρήνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων- εξέδωσε το κείμενο «Προς τη μεταρρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού και νομισματικού συστήματος στο πλαίσιο της παγκόσμιας δημόσιας αρχής» (πιο απλά αποκαλείται «Σημείωση»). Ο λόγος που το Συμβούλιο το δημοσιοποίησε ήταν σαφής: η Εκκλησία ήθελε να προσελκύσει την...
προσοχή των ηγετών του κόσμου, καθώς συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν τις τρέχουσες αναταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές στη Σύνοδο της G-20 στις Κάννες και να προσθέσει τη φωνή της σε όσους υποστηρίζουν τον έλεγχο του κεφαλαίου (όπως ο «φόρος Tobin»), ώστε να αποθαρρύνουν τη διεθνή χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία. Στη συνέχεια, στις αρχές του περασμένου μήνα, κατά τη διάρκεια του χαιρετισμού για το Νέο Έτος σε διπλωμάτες διαπιστευμένους στο Βατικανό, ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ ' ενίσχυσε την έκκληση για ηθική στην παγκόσμια οικονομία. Τα λόγια του Πάπα αντηχούσαν την επείγουσα έκκληση της Σημείωσης για νέα, ακόμα πιο ριζοσπαστική θεώρηση των κανόνων και των θεσμών που διέπουν την παγκόσμια οικονομία.
Η Σημείωση υποστήριζε ότι η βασική αιτία των σημερινών οικονομικών δεινών είναι η ανάπτυξη υπερβολικής πιστωτικής και νομισματικής ρευστότητας τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε επενδυτικές φούσκες και ξεκίνησε μια σειρά από κρίσεις χρέους και εμπιστοσύνης. Έκρινε, επίσης, ότι η έλλειψη ρυθμιστικών ελέγχων στη διεθνή οικονομία επιδείνωσε το πρόβλημα - με άλλα λόγια, ότι ο ρυθμός της οικονομικής παγκοσμιοποίησης έχει βγει εκτός ελέγχου. Η αστάθεια και η οικονομική ανισότητα που προέκυψαν σημαίνουν ότι ο κόσμος απαιτεί πλέον «ένα σύστημα διακυβέρνησης της οικονομίας και της διεθνούς χρηματοδότησης». Όπως υποστήριξε το Συμβούλιο, μόλις οι ηγέτες του κόσμου αναγνωρίσουν ότι η αυξανόμενη παγκόσμια αλληλεξάρτηση αναγκάσει τις χώρες να προχωρήσουν πέρα από τη διεθνή τάξη που επιβλήθηκε στη Βεστφαλία ή που βασίζεται στο κράτος, θα είναι περισσότερο προετοιμασμένοι να εκχωρήσουν την κυριαρχία τους στα συμφέροντα του κοινού καλού της παγκόσμιας ανθρωπότητας.
Λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία της Εκκλησίας και την κοινωνική θεωρία της, η έκκλησή της για μια υπερεθνική αρχή δεν αποτελεί έκπληξη. Η Εκκλησία εδώ και πολλά χρόνια έχει δει την εθνικο-κρατική κυριαρχία ως μια πρόκληση για την αυτονομία της. Ιστορικά, ήταν πολύ πιο άνετο να λειτουργεί μέσα σε πιο ρευστές διεθνοποιημένες ρυθμίσεις, όπως έγινε κατά τη διάρκεια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή της Μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης. Η καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έπεισε αξιωματούχους Ευρωπαίους Καθολικούς ότι η δύναμη των εθνών-κρατών έπρεπε να εξημερωθεί. Αυτό μας βοηθά να εξηγήσουμε γιατί η Εκκλησία ήταν τόσο υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πράγματι, εξέχοντες καθολικοί όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Robert Schuman υπήρξαν κεντρικοί πρωταγωνιστές στις διαδικασίες που κινητοποιήθηκαν από τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957. Έξι χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης ΧΧΙΙΙ υποστήριξε την ιδέα μιας παγκόσμιας αρχής, ένα αίτημα που επαναλήφθηκε σε όλα τα επόμενα κοινωνικά διδάγματα των Παπών. Η Εκκλησία έχει αποφύγει να αναγνωρίσει ένα τέτοιο όργανο, ειδικά δε τα Ηνωμένα Έθνη. Και είχε την τάση να περιγράφει τις λειτουργίες μιας τέτοιας αρχής με πολύ γενικούς όρους, όπως «συντονισμός». Αλλά η λογική λέει ότι αν οι συνθήκες που διευκολύνουν την ανθρώπινη εξέλιξη υπερβαίνουν όλο και περισσότερο τα εθνικά σύνορα, η απαίτηση του σύγχρονου κράτους να είναι η ανώτατη πολιτική αρχή που θα έχει την ικανότητα να συντονίζει τις συνθήκες αυτές είναι αδικαιολόγητη. Στην πράξη, ορισμένοι αξιωματούχοι της Εκκλησίας εκτιμούν ότι για την Εκκλησία θα ήταν ευκολότερο να καθοδηγεί μια παγκόσμια αρχή, από ότι μια παγκόσμια τάξη κυρίαρχων εθνών-κρατών.
Ωστόσο, μια παγκόσμια αρχή θα μπορούσε να στρέψει τα οικονομικά συμφέροντα των Καθολικών στις αναπτυγμένες χώρες αντί σε αυτά στις αναπτυσσόμενες χώρες, δημιουργώντας προκλήσεις για το πώς η Εκκλησία παρουσιάζει τις διδασκαλίες της για τα οικονομικά θέματα στους Καθολικούς όλου του κόσμου. Πολλές χώρες σε όλη τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία βρίσκονται σε μια ριζικά διαφορετική οικονομική και γεωπολιτική θέση από εκείνες της προβληματικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Εκκλησία, όμως, πρέπει να εμβαθύνει την εκτίμησή της για τον τρόπο που η παγκόσμια λειτουργία των οικονομικών παραγόντων όπως το συγκριτικό πλεονέκτημα, τα κίνητρα και οι ανταλλαγές έχουν διαφορετικές επιπτώσεις στους Καθολικούς που ζουν σε πολύ ανόμοιες οικονομικές συνθήκες. Αλλά, αυτό έχει επίσης επιπτώσεις στη θέση της Εκκλησίας σχετικά με τις οικονομικές λειτουργίες που θα αναληφθούν από μια παγκόσμια αρχή. Τέτοιες ευθύνες, για παράδειγμα, θα μπορούσαν πρωταρχικά να αφορούν την προώθηση της μεγαλύτερης οικονομικής ολοκλήρωσης μέσω της άρσης εμποδίων στο εμπόριο. Αυτό, όμως, θα ήταν ασύμβατο με το θέμα της Σημείωσης, ότι οι οικονομικές λειτουργίες μιας παγκόσμιας αρχής θα πρέπει να επικεντρωθούν στην εξασφάλιση μεγαλύτερου ελέγχου στο ρυθμό των αλλαγών μέσω των διεθνών κανονισμών που, εάν εφαρμοστούν, θα παρεμπόδιζαν σημαντικά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των αγαθών και του κεφαλαίου.
Ενώ η ανώτερη ηγεσία της Εκκλησίας είναι δυσανάλογα ευρωπαϊκή ως προς τη σύνθεση, το επίκεντρο της Καθολικής Εκκλησίας σε μη επεξεργασμένα νούμερα έχει μετατοπιστεί προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που περιέχονται στο Annuario Pontificio του Βατικανό για το 2011, οι ευρωπαίοι καθολικοί αντιπροσωπεύουν σήμερα μόλις το 24% του 1,18 δισεκατομμυρίου των καθολικών του κόσμου. Το 1948, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 49%. Σήμερα, σχεδόν 50% του συνόλου των καθολικών ζει στην Αμερική και οι περισσότεροι από αυτούς νότια του Ρίο Γκράντε. Δημογραφικά, η Ευρωπαϊκή Εκκλησία έχει παραμείνει στάσιμη επί τρεις δεκαετίες. Αλλά η επέκτασή της στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική την ίδια χρονική περίοδο ήταν συγκλονιστική. Μεταξύ 2005 και 2009 μόνο, ο αριθμός των καθολικών της Αφρικής αυξήθηκε από 135 εκατομμύρια σε περίπου 158 εκατομμύρια.
Αυτές οι δραματικές παράλληλες αλλαγές στην οικονομική πορεία συνεχίζονται από πολλά αναπτυσσόμενα έθνη στα οποία ζουν οι περισσότεροι καθολικοί του κόσμου. Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική ανάπτυξη έχει απογειωθεί σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, με ένα ρυθμό που επισκιάζει τους ευρωπαϊκούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, πολλές από αυτές τις χώρες (με τη Χιλή και τη Βραζιλία να είναι τα σημαντικότερα καθολικά παραδείγματα) έχουν σταδιακά απομακρυνθεί από τον ιεραρχικό οικονομικό σχεδιασμό σε μεγαλύτερα ανοίγματα στις παγκόσμιες αγορές, ως πρωταρχικό τρόπο για τη μείωση της φτώχειας και την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης. Στην καθολική κοινωνική διδασκαλία υπάρχει σημαντική υποστήριξη σε τέτοιου είδους αγοραστικούς προσανατολισμούς. Από το 1991, το καθολικό κοινωνικό δόγμα έχει τονίσει εκ νέου ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης σε δίκτυα παγκόσμιων ανταλλαγών. Οι υπαινιγμοί για το ελεύθερο εμπόριο και τον αντι-προστατευτισμό αυτής της αρχής διατυπώθηκαν στην εγκύκλιο Centesimus Annus του Ιωάννη Παύλου Β’ και επαναλήφθηκαν στην Caritas in Veritate του Βενέδικτου XVI το 2009. Πρέπει να αποσαφηνιστεί όμως το πώς ταιριάζει αυτό με τη συνεχή έμφαση της Εκκλησίας στην ανάγκη για μια παγκόσμια αρχή - και πιο άμεσα, με την έκκληση της Σημείωσης για τον έλεγχο του κεφαλαίου.
Επιπροσθέτως, η διδασκαλία της Εκκλησίας για τα θέματα αυτά προσπαθεί να ρυθμίσει την αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ των άμεσων οικονομικών προσδοκιών των καθολικών στις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες και εκείνων που ζουν στις αναδυόμενες οικονομίες. Για τους καθολικούς στις αναπτυσσόμενες χώρες, η οικονομική παγκοσμιοποίηση είναι ένας τρόπος να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αυτό βοηθά να εξηγήσουμε γιατί ορισμένες παραδοσιακά καθολικές χώρες όπως η Κολομβία, η Γουατεμάλα, το Μεξικό και ο Παναμάς πίεσαν για εμπορικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ άλλες, όπως η Βραζιλία, έχουν συνεχίσει εμπορικές συμφωνίες μέσα στη Λατινική Αμερική. Ομοίως, οι αφρικανικές χώρες με μεγάλους πληθυσμούς καθολικών, όπως η Κένυα, η Ρουάντα, η Τανζανία και η Ουγκάντα, έχουν συνεχίσει τις περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες, ως σκαλοπάτια για μια πιο ευρεία είσοδο στις παγκόσμιες αγορές.
Αντίθετα, πολλοί καθολικοί στη Δυτική Ευρώπη βλέπουν τις ίδιες δυνάμεις που απελευθερώνονται από την οικονομική παγκοσμιοποίηση να δημιουργούν πιέσεις για τη μείωση των κανονιστικών φραγμών των χωρών τους, τη μείωση των μισθών τους, τη λήξη των επιδοτήσεων και την αναθεώρηση των υψηλών επιπέδων φόρων που απαιτείται να πληρώσουν για ισχυρά κράτη πρόνοιας. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πολλοί Ευρωπαίοι είναι απρόθυμοι να ακολουθήσουν μονοπάτια που αντιπροσωπεύουν μια απόκλιση από μεταπολεμικές πολιτικές.
Η ένταση μεταξύ των δύο αυτών ομάδων φέρνει την Καθολική Εκκλησία αντιμέτωπη με τρεις σημαντικές και αλληλένδετες προκλήσεις. Πρώτον, πρέπει να διασφαλίσει ότι η έμφαση που δίνει στους υπερεθνικούς οργανισμούς ως τρόπο διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης δεν ερμηνεύεται ως αντανάκλαση μιας επιθυμίας να προστατεύσει τα κράτη μέλη της ΕΕ από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό των αναπτυσσόμενων χωρών. Κάθε επίφαση προστασίας των πλούσιων Ευρωπαίων σε βάρος των αναπτυσσόμενων χωρών θα πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με τη δεδηλωμένη δέσμευση της Εκκλησίας στην κοινωνική δικαιοσύνη και θα ρίσκαρε να απομακρύνει πολλούς καθολικούς στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Δεύτερον, η Αγία Έδρα θα βρεθεί εν μέσω όλο και περισσότερων πιέσεων από τους ευρωπαίους ηγέτες, καθώς και από τις αναπτυσσόμενες χώρες, για να δανείσει την επιρροή της στην υλοποίηση ασυμβίβαστων οικονομικών στόχων. Ποια στάση, για παράδειγμα, θα πρέπει να υιοθετήσει η Εκκλησία για τις γεωργικές επιδοτήσεις; Πολλοί Ευρωπαίοι βλέπουν τις επιδοτήσεις ως τρόπο για να προστατεύσουν τους ευρωπαίους αγρότες από την οικονομική εξαφάνιση. Αφρικανοί και Λατινοαμερικάνοι, όμως, έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν τις ίδιες επιχορηγήσεις της ΕΕ ως μέτρα που σχεδιάστηκαν για να αμβλύνουν το ολοένα και πιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των αναπτυσσόμενων χωρών στη γεωργία. Ποιον θα καταλήξει να υποστηρίζει η Εκκλησία σε τέτοιες διαμάχες;
Τρίτον, η ηγεσία της Εκκλησίας αντιμετωπίζει μια πνευματική πρόκληση. Από τη μία πλευρά, η Εκκλησία υποστηρίζει την παγκόσμια αρχή που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση προς το συμφέρον της οικονομικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, είναι εξίσου δεσμευμένη στις ανοικτές αγορές, επίσης ως ένα θέμα οικονομικής δικαιοσύνης. Ο συνδυασμός των δύο αυτών δεσμεύσεων θα αποτελέσει σημαντική δοκιμασία για την καθολική κοινωνική διδασκαλία. Οι ανοικτές παγκόσμιες αγορές χρειάζονται αναμφισβήτητα κανόνες. Αλλά πώς θα εμπλεκόταν μια παγκόσμια αρχή στην ιεραρχική παγκόσμια οικονομική διαχείριση χωρίς να θέτει σε σημαντικό κίνδυνο τον ανταγωνισμό που απορρέει από τις ανοικτές οικονομικές και τις χρηματοπιστωτικές αγορές;
Η Καθολική Εκκλησία δεν είναι κατάλληλη στην άσκηση «σκληρής εξουσίας». Αλλά σίγουρα διαμορφώνει τη σκέψη των ανθρώπων, είτε μέσα από το καθημερινό κήρυγμα χιλιάδων καθολικών κληρικών, ο σχηματισμός των οποίων μεταδίδεται από τα αμέτρητα εκπαιδευτικά ιδρύματα της, είτε από τον μοναδικά εκφοβιστικό άμβωνα που διαθέτει με τον παπισμό. Αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι οι κυρίαρχες καθολικές χώρες απλώς θα ευθυγραμμιστούν με τη διδασκαλία της Εκκλησίας για θέματα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Η Εκκλησία είναι, όμως, σε θέση να διαμορφώσει τη στάση εκατομμυρίων ανθρώπων. Σε μια όλο και πιο μεγάλη παγκόσμια δημόσια πλατεία, η επιρροή που ασκείται από μία Εκκλησία, της οποίας το όνομα είναι «καθολική» και η οποία, ως θρησκευτική οργάνωση, διαθέτει μια απαράμιλλη παγκόσμια παρουσία, σημαίνει ότι όταν κάνει δηλώσεις για τις παγκόσμιες οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να σκεφτεί να προβεί σε αιτήματα που συνάδουν με το μέλλον της.
Ο Samuel Gregg είναι Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Acton.
Πρωτότυπο: http://www.foreignaffairs.com/articles/137082/samuel-gregg/the-vaticans-...   http:// foreignaffairs.gr/articles/68768/samuel-gregg/to-batikano-kai-i-pagkosmia-oikonomiki-metarrythmisi?page=show  

Δεν υπάρχουν σχόλια: