Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ο νέος γαλλικός σοσιαλισμός Η ευρωπαϊκή ουτοπία του Ολάντ και του Μοσκοβισί

Camille Pecastaing*



Περίληψη: 
Μπορεί να θεωρείται ένας απίθανος, μη χαρισματικός πρόεδρος, αλλά ο Φρανσουά Ολάντ έχει εργαστεί αθόρυβα επί δεκαετίες ως φορέας ενός σαφούς - αν και ουτοπικού - οράματος που συμμερίζονται πολλοί ευρωπαίοι. Έχει μελετήσει τις αποτυχίες του μόνου άλλου σοσιαλιστή ηγέτη της πέμπτης γαλλικής Δημοκρατίας, του Φρανσουά Μιτεράν, και είναι αποφασισμένος να μην επαναλάβει τα λάθη του.


Πριν από περίπου 20 χρόνια, ο Φρανσουά Ολάντ και ο Πιέρ Μοσκοβισί παρακολουθούσαν μαζί ένα προχωρημένο μάθημα οικονομικών στο Sciences Po, το κολλέγιο της γαλλικής ελίτ για κυβερνητικές σπουδές. Το πέρασμά τους στον τομέα της εκπαίδευσης ήταν σύντομο, αλλά η σχέση τους έχει διαρκέσει: Σχεδόν μια εβδομάδα μετά την εκλογή του στη θέση του νέου προέδρου της Γαλλίας ο Ολάντ διόρισε τον Μοσκοβισί υπουργό Οικονομικών.
Κάθισα ανάμεσα σε δεκάδες φοιτητές στην τάξη του Ολάντ και του Μοσκοβισί, που βρισκόταν σε ένα αμφιθέατρο του δέκατου ένατου αιώνα με θέα στον...
«κήπο της Αναγέννησης» στην καρδιά του Παρισιού. Ήταν ένα μοναδικό, ελεύθερο περιβάλλον για να αναδυθούν οι δύο άνδρες που αργότερα θα κυβερνούσαν τη Γαλλία. Ο Μοσκοβισί ήταν ο λαμπερός: Καλαίσθητος, χαρισματικός και ενθουσιώδης, ήρθε στην τάξη καλά προετοιμασμένος, όπως ήταν πασίγνωστο ότι έκανε πάντα ο μέντοράς του, Ντομινίκ Στρος-Καν, ένας καλόπιστος καθηγητής οικονομικών.

Ο Ολάντ ήταν ο σκοτεινός: Απροετοίμαστος και ανοργάνωτος, αν και σίγουρος για τις ικανότητές του, μέχρι και του σημείου της συγκατάβασης. Κάλυπτε το χρόνο του στο πόντιουμ καθοδηγώντας την τάξη μέσα από στεγνά οικονομικά δεδομένα που δεν φαίνονταν πάντα να έχουν νόημα - μέχρι, δηλαδή, που ξαφνικά άστραφτε, όταν έφτανε στους αριθμούς που δείχνουν πώς εύπορες τάξεις είχαν πράγματι ωφεληθεί οικονομικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, υπό τη διοίκηση του πρώτου σοσιαλιστή προέδρου της Γαλλίας, Φρανσουά Μιτεράν. Η ανισότητα ήταν ήδη το νόημα της ζωής του Ολάντ: Ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόση μαχητικότητα όπως όταν κατήγγειλε την υποκρισία της αστικής τάξης, πάντοτε παραπονούμενος σχετικά με τις αναδιανεμητικές πολιτικές του κράτους και τις μεθοδεύσεις διατήρησης των προνομίων των αστών.

Ο Ολάντ ξέρει ότι το θέμα του έχει σημασία. Κατάγεται από μια επαρχιακή, αστική καθολική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν ένας καλοστεκούμενος γιατρός που κατέβηκε στις δημοτικές εκλογές ως ακροδεξιός υποψήφιος αλλά χωρίς επιτυχία. Ο Ολάντ δεν θα υιοθετήσει τίποτα από την πατρική πολιτική αλλά, αντί γι’ αυτό, εμπνεύστηκε από τον αριστερό καθολικισμό της μητέρας του. Η ανατροφή του Μοσκοβισί ήταν εξίσου αστική αλλά πιο φανταχτερή. Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος μετανάστης από τη Ρουμανία και φημισμένος ψυχολόγος, ενεργός στις αρχές του περιβαλλοντικού κινήματος της δεκαετίας του 1960. Η μητέρα του ήταν μια ψυχαναλύτρια κοντά στο Κομμουνιστικό Κόμμα.
Ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί έλαβαν μια πρώτης τάξεως εκπαίδευση και ο πολιτικός ακτιβισμός τούς έφερε κοντά. Επελέγησαν νωρίς στην καριέρα τους από τη σοσιαλιστική διανόηση, έναν εσωτερικό κύκλο γύρω από τον Μιτεράν στον οποίο περιλαμβάνονται ο Ζακ Αταλί, ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της Γαλλίας, ο Ζακ Ντελόρ, ο αρχιτέκτονας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Στρος-Καν, ο μελλοντικός υπουργός Οικονομικών και διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που ήταν κοντά στο να κατεβεί στις φετινές προεδρικές εκλογές μέχρι που η καριέρα του κατέρρευσε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη το περασμένο καλοκαίρι [1].
Η καριέρα του Ολάντ δεν σημαδεύτηκε ούτε από ακαταμάχητη φιλοδοξία ούτε από ραγδαία επιτυχία. Ο Μοσκοβισί, είχε ένα πενταετές πέρασμα στην κυβέρνηση, ως υπουργός ευρωπαϊκών υποθέσεων, μια σχετικά μικρή θέση. Αλλά πριν γίνει πρόεδρος, ο Ολάντ δεν είχε ποτέ καταλάβει σημαντικά δημόσια αξιώματα. Και οι δύο είχαν κατέβει με επιτυχία σε εκλογές για μέτριες θέσεις σε σχετικά απομακρυσμένες περιοχές, αλλά δεν είχαν ποτέ αποκτήσει ένα εθνικό δημόσιο πρόσωπο. Για δεκαετίες, ο Ολάντ είχε επισκιαστεί από την σύντροφό του και μητέρα των παιδιών του, Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η οποία κατείχε διάφορες υπουργικές θέσεις μέχρι που κατέβηκε ανεπιτυχώς ως υποψήφια για την προεδρία το 2007. Αλλά σε αντίθεση με τον Μοσκοβισί, ο οποίος ανέλαβε τον δευτερεύοντα ρόλο του αριθμοφάγου, ο Ολάντ εξέθρεψε μεγάλες προσωπικές φιλοδοξίες. Στοιχημάτισε τον χρόνο του, φτιάχνοντας το προφίλ του στο άχαρο έργο να καθοδηγήσει το πολυκερματισμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Ο Μοσκοβισί διοίκησε την προεκλογική εκστρατεία του Ολάντ, με την οποία υποσχέθηκε να φέρει ξανά την ομαλότητα στην Προεδρία και στη Γαλλία. Αλλά με την ίδια αναπνοή, το δίδυμο αξιοποίησε το παλιό επαναστατικό ήθος της χώρας, απειλώντας τους πλούσιους με μια φορολογική κλίμακα στο 75% και υποσχόμενοι να αυξήσουν τους φόρους περιουσίας και εισοδήματος, κάτι που θα επηρεάσει το μεγαλύτερο τμήμα της μεσοανώτερης τάξης. Η εξαιρετική εκπαίδευσή τους στις επιχειρήσεις, τα οικονομικά, τη φιλοσοφία, και, φυσικά, τη διακυβέρνηση, δίνει στους δύο άνδρες την πεποίθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα στη Γαλλία μέσω της τολμηρής αναμόρφωσης των κοινωνικών τάξεων. Κατά κάποιο τρόπο, ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί είναι η προσωποποίηση του κινήματος Occupy Wall Street με κοστούμι.
Κάποιος θα μπορούσε να φοβηθεί ότι ο νέος πρόεδρος θα μοιράσει θέσεις και προνόμια σε συνήθεις ιδεολόγους που κατευθύνουν ψήφους περιφερειακά, άνδρες και γυναίκες για τους οποίους ο σοσιαλισμός και η ανάπτυξη του δημόσιου τομέα είναι ένας τρόπος για κερδίζουν τα χρήματα που ξοδεύουν στο κατοικίδιο ζώο τους. Μόνο πριν από λίγους μήνες, ο Ολάντ θεωρείτο ως ένας σφετεριστής που προσπαθεί να κλέψει την προεδρία από πιο επιφανείς σοσιαλιστές, και είχε λίγους φίλους στο στρατόπεδό του. Ωστόσο, καθώς διαμόρφωνε την κυβέρνησή του, ο Ολάντ έδωσε διπλό βάρος στις ιδεολογικές αρχές του. Έχει επιλέξει την ομάδα του με βάση την αξία, δίνοντας το σημαντικότερο υπουργείο – των Οικονομικών στον Μοσκοβισί και το γραφείο του πρωθυπουργού σε ένα άχρωμο, αλλά και πιστό και ικανό alter ego του, τον Ζαν Μάρκ Ερό, έναν βετεράνο στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Ο Ολάντ αμέσως μπήκε στη διεθνή σκηνή. Μόνο λίγες μέρες μετά την ανακήρυξή του, βρέθηκε στη σύνοδο κορυφής του G-8 στην Ουάσιγκτον, όπου έκανε σαφές στην πρώτη συνάντησή του με τον αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα ότι το Παρίσι θέλει να αποσυρθεί από το Αφγανιστάν. Προχωρώντας, ο Ολάντ είναι απίθανο να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ όσο οι απαιτήσεις από τη Γαλλία παραμένουν μικρές. Η σχέση αγάπης-μίσους της Γαλλίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των ανθρώπων της γαλλικής Αριστεράς, η οποία στάζει δηλητήριο για την θρησκευτικότητα των ΗΠΑ και την ανισότητα που προωθεί ο καπιταλισμός τους και όμως θαυμάζουν την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και τον φιλελεύθερο, ασεβή, καινοτόμο λαϊκό πολιτισμό των μεγάλων πόλεων στις ακτές τους. Πλέον, ο Ομπάμα, ένας άνθρωπος της αριστεράς, είναι ο ηγέτης ενός ισχυρού έθνους. Ο Ολάντ το σέβεται αυτό.
Στην πραγματικότητα, η γαλλική εξωτερική πολιτική είναι στον αυτόματο πιλότο, με τη συζήτηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και την ενίσχυση φτωχών και χρεωμένων εθνών από τη μια πλευρά και συμφωνίες αγοράς όπλων και χαριεντίσματα με δικτάτορες από την άλλη. Ο Ολάντ θα προσπαθήσει να δώσει έμφαση στην ηθική προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής, αλλά ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να σώσει την γαλλική βιομηχανία θα πρέπει να προστατεύσει τις θέσεις εργασίας που κάνουν τη Γαλλία τον τέταρτο μεγαλύτερο εξαγωγέα όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρώτη πραγματική δοκιμασία του θα είναι η πρόκληση της οριστικοποίησης της πώλησης των υψηλής τεχνολογίας μαχητικών αεροσκαφών Rafale στην Ινδία.
Ο Ολάντ βλέπει ότι η πιο θετική εξέλιξη για το Παρίσι στην παγκόσμια πολιτική είναι στην πραγματικότητα η Αραβική Άνοιξη - έστω και μόνο επειδή σχεδόν 10% των Γάλλων είναι μουσουλμάνοι, κυρίως με αραβικές ρίζες. Αλλά δεν διαθέτει τα μέσα για να έχει αντίκτυπο. Η Γαλλία βρίσκεται στριμωγμένη δημοσιονομικά, και η Ευρώπη είναι απορροφημένη από την οικονομική της κρίση. Ο Ολάντ μπορεί να είναι πιο φιλικός προς τους άραβες μετανάστες στη Γαλλία, χωρίς να έλθει σε αντιπαράθεση με τους ψηφοφόρους του (κάτι που από μόνο του θα είναι μια απόκλιση από την προσέγγιση του πρώην προέδρου Νικολά Σαρκοζί), αλλά θα πρέπει να πλοηγηθεί στη βαθιά δυσπιστία μεταξύ του στρατοπέδου του και των ισλαμιστών οι οποίοι αύξησαν τη δύναμή τους στον αραβικό κόσμο. Οι αξίες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας δεν έχουν αντιστοίχιση στον διαχωρισμό της εκκλησίας και κράτους στη Γαλλία, ή όπως τον λένε στα γαλλικά laïcité, μια ιδέα αγαπητή στην αριστερά.
Και φυσικά, υπάρχει η Γερμανία και η καγκελάριός της, Άνγκελα Μέρκελ. Η δέσμευση του Ολάντ στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αναμφισβήτητη, και στο παρελθόν είχε αντιταχθεί στην πλειοψηφία του δικού του κόμματος επί του σημείου αυτού. Αλλά ο Ολάντ θέλει να μεταρρυθμίσει την Ένωση σε κάτι λιγότερο από μια ελεύθερη αγορά και κάτι περισσότερο από ένα συλλογικό δίχτυ ασφαλείας. Ενάντια στη Μέρκελ, ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί ορθώς επισημαίνουν ότι η ύφεση δεν είναι περίοδος πρόσφορη για λιτότητα. Αλλά και η κρατική σπατάλη πάει δεκαετίες πίσω, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων της ευημερίας, όταν οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να είχαν αποθηκεύσει για τις ισχνές αγελάδες. Χωρίς πλεόνασμα να αξιοποιήσει, με λίγες αγορές για να δανειστεί και με τη νομισματική πολιτική στα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του μένει μόνο η φορολόγηση των πλουσίων. Η Γερμανία, με ένα διαρθρωτικό πλεόνασμα και άριστη πιστωτική αξιολόγηση, είναι ο πλούσιος της Ευρώπης.
Η ευρωπαϊκή ρητορική χρησιμοποιεί τον ίδιο λαϊκισμό στον οποίο ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί βασίστηκαν στη διάρκεια της γαλλικής προεκλογικής εκστρατείας: ρητορική κατά των τραπεζών, οργή εναντίον των πλουσίων και απόρριψη των δημοσιονομικών πολιτικών που ευνοούν τις αγορές, οι οποίες, και οι δύο υποστηρίζουν, καταπιέζουν το βιοτικό επίπεδο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ, η ιδεολογία ξαναβρίσκει την πρακτική: Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η σωτηρία από την τρομερή οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που διατρέχει την Ευρώπη μπορεί να έρθει μόνο μέσω μεταβιβάσεων από τους εύπορους στους μη έχοντες.
Η εντολή του Ολάντ για την αναδιανομή του πλούτου θα ενισχυθεί εάν η αριστερά κερδίσει τις γαλλικές βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου και αν το κεντροδεξιό κόμμα της Μέρκελ, που πρόσφατα ηττήθηκε από τους Πράσινους στις περιφερειακές εκλογές στο γερμανικό κρατίδιο Baden-Württemberg, δεν τα πάει καλά στις εθνικές εκλογές στη Γερμανία που προγραμματίζονται για το 2013. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η Μέρκελ έβαλε τον εαυτό της στη γωνία πριν από μήνες συμφωνώντας να διασώσει την Ελλάδα. Έκτοτε έχει δαπανήσει τόσο πολύ οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο που είναι πια αναγκασμένη να διπλασιάσει τις προσπάθειές της ή να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος. Αυτό δίνει στους Έλληνες και τους Γάλλους σημαντική επιρροή πάνω στην ταλανιζόμενη καγκελάριο.
Θα ήταν εύκολο να υποτιμήσει κανείς τον Ολάντ, έναν απίθανο, μη χαρισματικό πρόεδρο, ο οποίος οφείλει την άνοδό του σε ένα σεξουαλικό σκάνδαλο. Αν κάποιος δεν ήταν ερωτευμένος με την πολιτική του, ήταν δύσκολο να αποχωρήσει από το αμφιθέατρο του Sciences Po με την εντύπωση ότι έχει επηρεαστεί από μια ιδιοφυία. Αλλά ξέρει να παίζει με τις δυνάμεις του και ποτέ δεν προσπαθεί να είναι καλός στα πάντα απέναντι σε όλους. Ο Ολάντ είναι πονηρός, και αυτό που του λείπει σε γοητεία το έχει σε αποφασιστικότητα και αντοχή. Ο άνθρωπος δεν έχει αλλάξει: Περίμενε να έρθει η στιγμή του.
Σήμερα, ο Ολάντ είναι ο φορέας ενός σαφούς - αν και ουτοπικού -οράματος που συμμερίζονται πολλοί Ευρωπαίοι. Είναι το όραμα μιας κοινωνίας φυλετικά και θρησκευτικά πολυμορφικής αλλά κοινωνικά ενωμένης, όπου η ανισότητα του εισοδήματος είναι ελάχιστη, η βιωσιμότητα των δημόσιων μεταφορών αντικαθιστά τα αυτοκίνητα, η ενέργεια είναι ανανεώσιμη και καταναλώνεται με μέτρο και όλοι εργάζονται και κανείς δεν έχει εγκαταλειφθεί από το γενναιόδωρο χέρι του κράτους πρόνοιας. Προηγούμενες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις κλονίστηκαν λόγω της αδυναμίας τους να δημιουργήσουν ανάπτυξη, σε αντίθεση με το να προχωρήσουν απλώς σε μια ανακατανομή. Ο Ολάντ και ο Μοσκοβισί είναι γνώστες αυτών των ιστοριών και, εκ των υστέρων, αυτό είναι ίσως ό, τι προσπαθούσαν να υποστηρίξουν στο αμφιθέατρο: ότι η ίση κατανομή του εισοδήματος – ο σοσιαλισμός - είναι πράγματι συμβατός με το είδος της οικονομικής επιτυχίας που υποσχέθηκε κατά την πρόσφατη προεκλογική εκστρατεία. Η αποτυχία να το εφαρμόσει στην πράξη μπορεί κάλλιστα να είναι η μοίρα του Ολάντ, αλλά για την ώρα ενσαρκώνει την διάθεση της εποχής που δεν κοιτά με καλό μάτι τα σκαμπανεβάσματα των ελεύθερων αγορών.
*Ο CAMILLE PECASTAING είναι ανώτερος αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Ανώτερων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.



Δεν υπάρχουν σχόλια: