Σελίδες

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Προς αύξηση του αριθμού στρατιωτικών κατασκόπων Γιατί η CIA χαίρεται για την ενίσχυση των μυστικών υπηρεσιών του Πενταγώνου

Jennifer Sims


Περίληψη: 

Δεδομένου ότι το Πεντάγωνο έχει μια απαράμιλλη παγκόσμια εμβέλεια και ειδικεύεται στον εφοδιασμό, και η CIA έχει βαθείς δεσμούς με σχεδόν όλες τις χώρες, είναι λογικό να κάνει οικονομίες κλίμακας μέσω συνδυασμένων και συμπληρωματικών δραστηριοτήτων των μυστικών υπηρεσιών.


Τον περασμένο μήνα, ο διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Τζέιμς Κλάπερ και ο υπουργός Άμυνας Λέον Πανέτα ανακοίνωσαν τη δημιουργία μιας νέας αμερικανικής υπηρεσίας κατασκοπείας: την Αμυντική Μυστική Υπηρεσία (Defense Clandestine Service ή DCS). Η DCS αναμένεται να διευρύνει το προσωπικό κατασκοπείας του Πενταγώνου κατά εκατοντάδες μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, αφήνει τους προϋπολογισμούς σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητους. Ωστόσο, η είδηση εξέπληξε ορισμένους παρατηρητές στην Ουάσιγκτον, επειδή η κίνηση φαίνεται, τουλάχιστον αρχικά, να αποτελεί άμεση πρόκληση για...
την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (Central Intelligence Agency, CIA), της οποίας η Εθνική Μυστική Υπηρεσία (National Clandestine Service, NCS) ηγείται των κατασκόπων της χώρας στο εξωτερικό. Στη συνέχεια ήρθε μια δεύτερη έκπληξη: πρώην αξιωματικοί της CIA και άλλοι εμπειρογνώμονες της κατασκοπίας άρχισαν χειροκροτούν. Το ερώτημα είναι γιατί.
Τέσσερις λόγοι ξεχωρίζουν. Πρώτον, η DCS μπορεί να θεωρηθεί ως re-branding και αναβάθμιση της μονάδας κατασκοπείας εντός της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας, της Υπηρεσίας Άμυνας HUMINT (HUMINT σημαίνει «πληροφορίες ανθρώπων»), η οποία δημιουργήθηκε το 1992 για τη βελτίωση του συντονισμού και της λογοδοσίας της στρατιωτικής κατασκοπείας. Η CIA υποστηρίζει εδώ και καιρό τις προσπάθειες για τη βελτίωση των μεθόδων της HUMINT του στρατού, αλλά τελικά απελπίστηκε επειδή οι αξιωματικοί του στρατού δεν έμεναν ποτέ πολύ καιρό στη θέση τους. Η νέα DCS θα έχει γενικής κατάταξης αξιωματικούς και μάχιμους αξιωματικούς που θα μένουν στη θέση τους μακροπρόθεσμα.
Δεύτερον, στη CIA αρέσει η ιδέα της DCS επειδή κερδίζει πλεονεκτήματα από τη βελτιωμένη στρατιωτική κατασκοπεία κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών -η επιδρομή στην Αμποταμπάντ, στο Πακιστάν, στην οποία σκοτώθηκε ο Οσάμα Μπιν Λάντεν είναι μόνο ένα παράδειγμα του είδους της επιτυχίας που η στενή συνεργασία μπορεί να επιτύχει. Η CIA θα ήθελε να έχει αυτή την ικανότητα έναντι των εθνικών στόχων έξω από τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες. Η CIA, η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας, οι στρατιωτικές υπηρεσίες, διπλωμάτες και αξιωματικοί των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, χρειάζονται όλοι διακριτική και επίμονη εμπλοκή με έναν όλο και πιο διάσπαρτο και άστατο αντίπαλο. Χάρη στην ανάπτυξη των ευρυζωνικών επικοινωνιών και την κοινωνική δικτύωση, οι τρομοκράτες, τα συνδικάτα των ναρκωτικών και οι διακινητές όπλων λειτουργούν ως αλληλοκαλυπτόμενα δίκτυα. Πρόκειται για ένα νέο είδος εμπλοκής που απαιτεί καινοτόμες λειτουργίες μέσα στα νομικά όρια της κοινωνίας των πολιτών. Για να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους απειλές, η CIA και το Πεντάγωνο βλέπουν οφέλη με το να εργάζονται επίσης ως μια δικτυωμένη ομάδα. Έτσι, όσο καλύτερη κατασκοπία προέρχεται από τον στρατό, τόσο καλύτερη θα είναι η Εθνική Μυστική Υπηρεσία (NCS).
Για τη CIA, το λιγότερο ευχάριστο το θέμα σχετικά με τη δημιουργία της DCS είναι η ιδέα ότι ο στρατός ίσως παρουσιάσει καλύτερους αξιωματικούς κατά κάποιων στόχων. Η CIA υποστηρίζει ότι καλούς αξιωματικούς μπορεί να προσλάβει ο καθένας. Αλλά η πρόσληψη υπαλλήλων είναι μόνο ένα μέρος της κατασκοπείας. Άλλα μέρη συνεπάγονται την εκτίμηση της γνώσης, την εκτίμηση του ρίσκου και την αξιοπιστία, και στη συνέχεια η γνώση του τι να ζητήσει κανείς στη συνέχεια. Απέναντι σε στρατιωτικούς στόχους, ο στρατός μπορεί να είναι πιο επιτυχημένος. Σκεφτείτε το με αυτό τον τρόπο: αν θέλετε να συλλέξετε πληροφορίες σχετικά με τις πυρηνικές δυνατότητες ενός ξένου κράτους, θα προτιμούσατε να έχετε ή να μην έχετε επιστήμονες που να προσλαμβάνουν ξένους φυσικούς και σχεδιαστές όπλων;
Το τρίτο είναι το θέμα της ενσωμάτωσης. Οι καλές εθνικές και στρατηγικές πληροφορίες είναι κρίσιμης σημασίας για επιχειρήσεις κατά διακρατικών στόχων, αλλά ενώ η τακτική ενημέρωση του στρατού βελτιώνεται ραγδαία, το στρατηγικό πλαίσιο συχνά εκλείπει. Υπόθεση για παράδειγμα: τον Ιανουάριο του 2010, ο υποστράτηγος Μάικλ Φλιν, σήμερα επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας, έγραψε το «Η Διόρθωση της Κατασκοπίας στο Αφγανιστάν», μια αιχμηρή έκθεση σχετικά με αδυναμίες συλλογής και χρήσης πληροφοριών στο πεδίο της μάχης. Η CIA είχε δυσκολίες στην προσπάθεια να βελτιώσει την κατάσταση χωρίς να έχει άμεση πρόσβαση στα προβλήματα που ο στρατός θέλει να λυθούν. Η DCS μπορεί να βοηθήσει στην γεφύρωση αυτού του χάσματος.
Τέταρτον, το κυνήγι των άμορφων κινούμενων στόχων, όπως οι αντάρτες ή οι τρομοκράτες, είναι δύσκολο υλικοτεχνικά. Δεδομένου ότι το Πεντάγωνο έχει μια απαράμιλλη παγκόσμια εμβέλεια και ειδικεύεται στην εφοδιαστική αλυσίδα (logistics), και η CIA έχει βαθείς δεσμούς με τις σχετικές με τα παραπάνω χώρες, είναι λογικό να επωφεληθεί από οικονομίες κλίμακας μέσω συνδυασμένων και συμπληρωματικών επιχειρήσεων. Για να γίνει αυτό θα χρειαστεί να υπερκεραστεί το χάσμα εμπιστοσύνης που έχει αποδυναμώσει κάποιες φορές τη συνεργασία μεταξύ των πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών και του στρατού. Αντί να αντιπροσωπεύσει μια κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ αξιωματούχων, η DCS αποτελεί μια ώθηση στη συνεργασία που έχει αναπτυχθεί εδώ και μερικά χρόνια μέσω θεσμοθετημένων κοινών εκπαιδευτικών ασκήσεων και συνεργασίας στον τομέα πληροφοριών. Πρώην αξιωματούχοι της CIA έχουν μιλήσει με αισιοδοξία για τη νέα πρωτοβουλία του Πενταγώνου, χρησιμοποιώντας την επιδρομή στην οποία σκοτώθηκε ο Οσάμα Μπιν Λάντεν για να τονίσουν το επιχείρημά τους.
Η δημιουργία της DCS, ωστόσο, ενέχει επίσης πολλούς κινδύνους. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η προοπτική ότι η CIA θα χάσει τον έλεγχο στην επιλογή στόχων και δημιουργία προτεραιοτήτων για συλλογή πληροφοριών καθώς οι προϋποθέσεις για την αμυντική κατασκοπία κερδίζουν περισσότερη προσοχή και οι περικοπές του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού πιέζουν προς την συνολική μείωση της συλλογής πληροφοριών. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, χωρίς δικές του μυστικές επιχειρησιακές δυνατότητες, εξαρτάται από την CIA να θυμηθεί να ασχοληθεί επίσης με τις ανάγκες του. Καθώς η CIA συνεργάζεται ολοένα στενότερα με την DCS, οι προτεραιότητες του υπ. Εξωτερικών μπορεί να αποσπάσουν λιγότερη προσοχή από ό, τι θα έπρεπε.
Επιπλέον, αν η δημιουργία της DCS αυξάνει απλώς την παρουσία του Υπουργείου Άμυνας μέσα στις πρεσβείες των ΗΠΑ, μπορεί να περιπλέξει το ρόλο των σταθμαρχών της CIA και των αμερικανών πρεσβευτών, οι οποίοι είναι νομικά υπεύθυνοι για τις ενέργειες στις χώρες στις οποίες σταθμεύουν. Η ενίσχυση του ρόλου του Πενταγώνου μπορεί να διαταράξει την ευαίσθητη ισορροπία που απαιτείται για την αποτελεσματική συλλογή πληροφοριών εντός μιας χώρας. Οι προτεραιότητες των περιφερειακών μάχιμων διοικητών, των πρεσβευτών και των πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν είναι πάντα ευθυγραμμισμένες. Αν οι προτεραιότητες συλλογής ή οι συγκεκαλυμμένες ενέργειες αρχίσουν να κλίνουν προς ό, τι θέλει το Πεντάγωνο, η χάραξη πολιτικής θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο και να αυξηθεί το ρίσκο για ανεπαρκώς συντονισμένες «θερμές επιχειρήσεις».
Για να διασφαλισθεί ότι η βελτίωση της στρατιωτικής κατασκοπείας δεν υποβαθμίζει την υποστήριξη πληροφοριών για διπλωματικές και άλλες εθνικές επιχειρήσεις ασφάλειας, οι σταθμάρχες της CIA πρέπει να διατηρήσουν την ιδιότητά τους ως εθνικοί διαχειριστές πληροφοριών. Δουλεύοντας με τους πρέσβεις και τους μάχιμους αξιωματικούς, η CIA μπορεί να κρατήσει το σύστημα μπολιασμένο με την ισορροπία του σκοπού που περιμένουν το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και ο πρόεδρος.
Η JENNIFER SIMS είναι βασική συνεργάτις για την Εθνική Ασφάλεια στο Chicago Council on Global Affairs και επισκέπτης καθηγητής στο Πρόγραμμα Σπουδών Ασφαλείας στο Πανεπιστήμιο Georgetown. 
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια: