Σελίδες

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Το Συγκριτικό πλεονέκτημα του πρωτογενούς τομέα στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας

Του Νάσσου Χρυσσίνα


Είναι διεθνώς επιβεβαιωμένος ο κανόνας ότι η βελτίωση και ο μετασχηματισμός μιας οικονομίας προς το καλύτερο, συνοδεύεται από αντίστοιχες μεταβολές και μετατροπές στις δομές και στη κλαδική σύνθεση της. Η ανάπτυξη επιτυγχάνεται ευκολότερα με τη παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, που ενσωματώνουν σημαντικό αριθμό πρώτων υλών και εργασίας, ώστε να εξασφαλίζεται η εισροή μεγαλύτερων εσόδων. Αυτό επετεύχθη διεθνώς με τη βιομηχανική επανάσταση αρχικώς, απόρροια της οποίας υπήρξε η μεγάλη άνοδος του δευτερογενούς τομέα στη συμμετοχή του εθνικού πρϊόντος. Αργότερα με τη γιγάντωση του τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών. Και τα τελευταία χρόνια με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες το εργατικό δυναμικό κατανέμεται σε ποσοστά > 70% στις υπηρεσίες, περί το 30% στο δευτερογενή τομέα και μόλις 1-1,5% στο πρωτογενή γεωργικό τομέα. Αντίστοιχη είναι και η συνεισφορά του κάθε τομέα στο ΑΕΠ.
 Στην Ελλάδα αμέσως μετά το Β’ πόλεμο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η γεωργία απασχολούσε τη πλειονότητα των ελλήνων εργαζομένων. Η αναδιανομή κλήρων του Βενιζέλου, το δέσιμο του επαρχιακού πληθυσμού με τη γή του, η οικονομική ανέχεια, που απέτρεπε τη δυνατότητα μετακίνησης σε άλλες επαγγελματικές περιοχές, εξ αιτίας της...
αδυναμίας χρηματοδότησης, ήταν οι βασικοί λόγοι για τη προσήλωση στην αγροτική παραγωγή, που έστω και δύσκολα εξασφάλιζε το βιοπορισμό. Συνήθως ο ιδιοκτήτης της γής ήταν ο ίδιος εργαζόμενος στα κτήματα του, πολλάκις μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Λιγοστές ήσαν οι μεγάλες ιδιοκτησίες, τα γνωστά και ως τσιφλίκια. Αυτή υπήρξε διαχρονικά και η βασικότερη αιτία αδυναμίας στην εφαρμογή εκτατικών μεθόδων και εκσυγχρονισμού στις αγροκαλλιέργειες, με άμεσο αποτέλεσμα τη μικρή συγκομιδή, τη διάσπαση του ιστού, την απουσία διαπραγματευτικής δύναμης, το μικρό εισόδημα.
 Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έρχισε η εφαρμογή μιας πολιτικής αστικοποίησης του πληθυσμού, με κίνητρα στη κατεύθυνση μετακίνησης των εργαζομένων προς τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία. Αργότερα και προς το τριτογενή τομέα, που από τη δεκαετία του ’80 πήρε τα σκήπτρα σε αριθμό απασχολουμένων και συμμετοχή στο ΑΕΠ. Οι αυτοαπασχολούμενοι, τα ελευθέρια επαγγέλματα, η οικοδομή, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, το εμπόριο, ήσαν οι κλάδοι αιχμής. Όλο αυτό το διάστημα του δομικού και κλαδικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, ο χαμένος ήταν η πρωτογενής παραγωγή. Ο κλάδος έφθινε συνεχώς, όσον αφορά τον αριθμό των απασχολουμένων σε αυτόν, αλλά παράλληλα βελτιωνόταν η αποδοτικότητα του. Αδυνατούσε όμως να παρακολουθήσει τα διεθνή δεδομένα. Η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα αυξάνονταν με χαμηλούς ρυθμούς, παρά τη σταδιακή εκμηχάνιση των καλλιεργειών. Η αλματώδης άνοδος των άλλων κλάδων μοιραία οδηγούσε σε άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ του πρωτογενούς και των άλλων τομέων. Κομβικό χρονικό σημείο για τη τύχη και το μέλλον της αγροτικής οικονομίας υπήρξε η έναρξη εφαρμογής των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης του αγροτικού εισοδήματος, αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Η αρχή έγινε με τα Μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα (ΜΟΠ) το 1982, για να καταλήξουμε τη προηγούμενη δεκαετία στη Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Φιλοσοφία των προγραμμάτων αποτελούσε η στήριξη-ενίσχυση των αγροτικών εισοδημάτων με κοινοτικές δαπάνες, στη προοπτική ενίσχυσης των αδύναμων μεσογειακών αγροτών σε σχέση με τους κεντροβορειοευρωπαίους, που ήδη είχαν επιτύχει τη πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής, τις μεγάλες συνέργειες και τη συνένωση σε τεράστιες εκμεταλλεύσεις. Η εισοδηματική αυτή ενίσχυση πέτυχε δύο σημαντικά, αλλά απόλυτα αντιφατικά αποτελέσματα. Από τη μία τη σημαντικότατη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος, με αποτελέσματα θετικά για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του κλάδου, την εξασφάλιση κεφαλαίων για τη μερική εκμηχάνιση, για τη δημιουργία συνεταιρισμών συλλογής και διάθεσης των προϊόντων, για τις δυνατότητες που ανοίγονταν. Από την άλλη, ο στρεβλός τρόπος διάθεσης των ενισχύσεων, με αδιαφάνεια και πελατειακά κριτήρια, η πλημμελής διαχείριση από τη μεριά της πολιτείας, που ποτέ δεν επιδίωξε να μετασχηματίσει τις δομές του πρωτογενούς τομέα, να εξηγήσει στους παραγωγούς την αναγκαιότητα αλλαγής των προϊοντικών καλλιεργειών το συντομότερο (αυτός ήταν άλλωστε και ο κύριος λόγος καταβολής των ενισχύσεων). Η χορήγηση των επιδοτήσεων αντιμετωπίστηκε ως υποχρέωση του κράτους προς τους αγρότες, ένα είδος κεκτημένου δικαιώματος. Και βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, οι κακές παρενέργειες υπερκέρασαν και απέκρυψαν τις καλές. Οι αγρότες, με τη βελτίωση της οικονομικής τους θέσης, έπαψαν να σκέπτονται ως παραγωγοί, μετετράπησαν απλώς σε εισπράκτορες κοινοτικού χρήματος, σε “αφεντικά” κάποιων δύστυχων, συνήθως κακοπληρωμένων, μεταναστών, που εργάζονταν αντ’ αυτών και σε αγοραστές ακριβών καταναλωτικών αγαθών, για τα οποία δαπανούσαν τα εισοδήματα τους. Αντί να μετατραπούν σε “επιχειρηματίες”, οι αγρότες αποζήτησαν και πέτυχαν την πατερναλιστική προστασία του κράτους, η οποία αφαίρεσε το ρίσκο κινδύνου στο αγροτικό επιχειρείν και τους μετέτρεψε σε “είδος Δ.Υ”. Για την εξασφάλιση του εισοδήματος τους δεν απαιτούνταν πια η προσπάθεια, η εργασία, η παραγωγή καλύτερων, ποιοτικότερων και ανταγωνιστικότερων προϊόντων, αλλά η πολιτική προστασία, η πίεση προς τις κυβερνήσεις και τη κοινωνία. Η αποσύνδεση της αποτελεσματικότητας από την απολαβή επέφερε καταστροφικά αποτελέσματα. Δημιούργησε την αγροτική κοινωνία της ήσσονος προσπάθειας. Σήμερα η χώρα μας παράγει το 30% περίπου των αγροτικών προϊόντων, που χρειάζεται για τη διατροφή του πληθυσμού της και τα υπόλοιπα τα εισάγει. Περιορισμένες είναι και οι εξαγωγές. Ιδιαίτερα δυσμενής παρουσιάζεται η κατάσταση στη κτηνοτροφία. (αυτάρκεια 10-15%). Κι αυτό όταν τη δεκαετία του ’70 η χώρα ήταν πλήρως αυτάρκης στη παραγωγή διατροφικών προϊόντων.
Όλοι οι αγρότες δεν υπάγονται ομοιόμορφα στο καθεστώς των επιδοτήσεων. Άλλοι επιδοτούνται ανά κιλό “παραγόμενου” προϊόντος, άλλοι για τις εγκαταστάσεις τους (εκτός Αττικής), άλλοι καθόλου (εκείνοι που λειτουργούν ως επιχειρηματίες). Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει αγρότες διαφορετικών ταχυτήτων. Κι όμως οι πλέον αποδοτικοί και επιτυχημένοι φαίνεται να είναι οι μη επιδοτούμενοι. Η εξήγηση είναι προφανής. Οι επιδοτούμενοι καλλιεργούν είδη απαξιωμένα, φθίνοντα, με μικρή ζήτηση και υψηλό κόστος. Ο μοναδικός λόγος που το κάνουν είναι για την επιδότηση της ποσότητας που παράγουν και μόνο. Οι άλλοι επικεντρώθηκαν σε νέες καλλιέργειες, με προϊόντα που τα ζητά η αγορά, έχουν επιστημονικοποιήσει τις καλλιεργητικές μεθόδους, κρατούν το κόστος σε ανταγωνιστικά επίπεδα, ανοίγουν συνεχώς νέες αγορές, πραγματοποιούν επενδύσεις, μεγεθύνονται. Τα τελευταία χρόνια, την εποχή της κρίσης, αρκετοί, κυρίως κάτοχοι αγροτικής γης, επέστρεψαν στις περιφέρειες τους και ενασχολήθηκαν με το πρωτογενή τομέα. Άνθρωποι μορφωμένοι, με επιχειρηματική λογική, εφαρμόζοντας καινοτομίες, εισαγόμενες εμπειρίες από το εξωτερικό, λειτουργώντας αποκλειστικά με όρους αγοράς, επιτυγχάνουν το στόχο τους και συμβάλλουν στην αύξηση των μεγεθών του αγροτικού τομέα και του προσποριζόμενου εισοδήματος. Αξιέπαινη είναι και η προσπάθεια αρκετών αγροτών, που δοκίμασαν, ελεγχόμενοι αυστηρά, βιολογικές και ολιστικές καλλιέργειες. Αποτέλεσμα να διατίθενται σήμερα στη κατανάλωση σημαντικές ποσότητες βιολογικών προϊόντων, τα οποία αναζητά ικανή πληθυσμιακή μερίδα.
 Στη κατεύθυνση αυτή οφείλει να εστιαστεί και η εθνική προσπάθεια, που θα ξεκινήσει, μετά την υιοθέτηση του νέου παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Στην Ελλάδα, λόγω κλίματος, ηλιοφάνειας, σύστασης του εδάφους και ύπαρξης μεγάλου αποθέματος εκτάσεων γεωργικής γης, ο αγροτικός τομέας εμφανίζει “Συγκριτικό πλεονέκτημα”, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, ώστε να επιλεγεί για αιχμιακός αναπτυξιακός κλάδος και να συμβάλλει στις προσπάθειες της χώρας για έξοδο από τη κρίση και βελτίωση του εμπορικού της ισοζυγίου. Μπορούμε κάλλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα να ξαναγίνουμε αυτάρκεις σε διατροφικά προϊόντα. Μπορούμε να αυξήσουμε κατακόρυφα και τις εξαγωγές. Να κερδίσουμε αγορές. Με τη παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών αγαθών, που θα είναι ελκυστικά από κάθε πλευρά στις ξένες αγορές, ώστε να τα επιλέξουν και να τα προτιμήσουν. Οι αγρότες πρέπει να αντιληφθούν τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα της επιχειρηματικότητας. Να ξεφύγουν από το μοντέλο της ατομικής μικρής καλλιέργειας η του κρατικοδίαιτου πελατειακού συνεταιρισμού, που τελικά μόνο ζημίες παράγει και ωφελεί κόμματα και ημετέρους. Να επικεντρωθούν σε συνεργασίες, σε συμπράξεις, σε σύσταση ανωνύμων εταιρειών. Να επιτύχουν συνέργειες, να εφαρμόσουν εκτατικές καλλιεργητικές μεθόδους, ιδιαίτερα σε γειτνιάζοντα αγροτεμάχια, να επικεντρώσουν σε συγκεκριμένα είδη καλλιεργειών, να πάψουν να παράγουν τα πάντα και λίγο απ’ όλα. Να αισθανθούν μέτοχοι της επιχείρησης και να αναζητήσουν νέες αγορές στο εξωτερικό. Να τυποποιήσουν τη παραγωγή τους. Να καταστούν κύριοι της αλυσίδας “παραγωγή – διακίνηση – κατανάλωση”, να λειτουργήσουν απολύτως επιχειρηματικά. Το μέγεθος, ο έλεγχος του συνόλου της διαδικασίας, οι συνέργειες, η συνεχής επένδυση σε μοντέρνες μεθόδους και μηχανολογικό εξοπλισμό, είναι τα στοιχεία, που θα προσδώσουν τελικά στο κλάδο, όσα χρειάζεται για να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό και να “περάσει μπροστά”. Η πρόταση μου σε σχέση με την εξειδίκευση της ΚΑΠ για την Ελλάδα αφορά στη διακοπή κάθε επιδότησης σε ξεπερασμένα προϊόντα (πχ βαμβάκι) και με βάση τη ποσότητα (όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά) και όσα χρήματα αποφασίζεται κάθε φορά από τα κοινοτικά όργανα να κατευθυνθούν στον ελληνικό πρωτογενή τομέα, να δίδονται προς ενίσχυση και ισχυροποίηση των δυναμικών επιχειρηματικών σχημάτων, που προδιέγραψα παραπάνω. Το 2010 ο πρωτογενής τομέας στη χώρα μας απασχολούσε περισσότερους από 500.000 εργαζομένους (11-12% του εργατικού δυναμικού, μαζί με τους εποχιακούς) κάθε μορφής και συμμετείχε κατά 3,5% στο ΑΕΠ. Αυτό οφείλει να αλλάξει τάχιστα. Στις ισχυρές χώρες της ΕΕ ο πρωτογενής τομέας απασχολεί το 1,5-2% του ενεργού πληθυσμού και παράγει το 1,5% του ΑΕΠ. Εάν επιτύχουμε ανάλογες επιδόσεις, ο αγροτικός τομέας θα ήταν ικανός να εκτοξεύσει τη συμμετοχή του στο ετήσιο ακαθάριστο παραγόμενο προϊόν στα επίπεδα του 8-10%, με προφανή τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα προς όλες τις κατευθύνσεις.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: